Με νέα ανακοίνωση ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Β. Τζαβέλλας αποσαφηνίζει τον τρόπο διαχείρισης, από την αρμόδια Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, των αιτημάτων εκταφής θυμάτων του δυστυχήματος των Τεμπών.
Η ανακοίνωση παραθέτει τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις και συνοψίζει τις ενέργειες της εισαγγελικής λειτουργού που εποπτεύει την υπόθεση.
Ακολουθεί αυτούσια η δήλωση του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού:
«Σε συνέχεια δημοσιευμάτων και αποσπασμάτων τηλεοπτικών εκπομπών που αναφέρονται στον τρόπο διαχείρισης, από την αρμόδια Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, των αιτημάτων εκταφής θυμάτων του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών της 28-02-2023, και μετά από σχετική ενημέρωσή μας από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, στο πλαίσιο της λειτουργικής μου αρμοδιότητας σύμφωνα με τα άρθρα 32 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 28 του Ν. 4938/2022, εκθέτουμε τα εξής:
Κατ’ άρθρο 183 ΚΠΔ «Όταν απαιτείται εξειδικευμένη επιστημονική γνώση για την ακριβή διάγνωση ή κρίση γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο δύνανται αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη· η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται υποχρεωτικά όταν ο νόμος την προβλέρει ρητά». Κατ’ άρθρο 184 ΚΠΔ «Εάν η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι δυνατό να διενεργηθεί σε νόμιμο εργαστήριο ή σε άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις, διορίζονται δύο ή περισσότεροι πραγματογνώμονες· σε επείγουσες ή μικρότερης σημασίας περιπτώσεις επιτρέπεται ο διορισμός ενός. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιστάσεις ο διορισμός μπορεί να γίνει προφορικά, ακολουθεί όμως η έγγραφη σύνταξη». Κατ’ άρθρο 185 ΚΠΔ (όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 77 και 138§1 Ν. 5090/2024, ισχύς από 01-05-2024) «Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, συντάσσει ετησίως, εντός του τρίτου δεκαημέρου Σεπτεμβρίου, πίνακα πραγματογνωμόνων κατά ειδικότητες, προτιμώντας δημοσίους υπαλλήλους· περιλαμβάνονται παιδοψυχίατροι και παιδοψυχολόγοι, ελλείψει δε αυτών, ψυχίατροι και ψυχολόγοι εξειδικευμένοι σε θέματα κακοποίησης παιδιών. Ο πίνακας υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος δύναται να ζητήσει μεταρρύθμιση από το Συμβούλιο Εφετών τον Οκτώβριο· το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται τον Νοέμβριο. Ο πίνακας τηρείται στα γραφεία των γραμματέων των εδρών Πλημμελειοδικείου και ανακοινώνεται τον Δεκέμβριο. Ισχύει μέχρι την επόμενη σύνταξη».
Κατ’ άρθρο 186 ΚΠΔ «Ο διορισμός πραγματογνωμόνων πρέπει να γίνεται με επιμέλεια από τον ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο, με επιλογή μεταξύ των προσώπων του πίνακα. Αν δεν υπάρχει πίνακας ή δεν περιέχει τις απαιτούμενες ειδικότητες ή οι αναγραφόμενοι δεν ευρίσκονται στην περιφέρεια, επιτρέπεται ο διορισμός εκτός πίνακα. Το ίδιο ισχύει όταν υπάρχουν νομίμως διορισμένοι πραγματογνώμονες, εφόσον ο ανακριτής με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κρίνει αιτιολογημένα αναγκαίο τον εξωπίνακα διορισμό. Διορίζεται και ειδικός εκτός πίνακα, εάν το υποδείξουν οι ήδη διορισμένοι».
Κατ’ άρθρο 195 ΚΠΔ «1. Εκείνος που διατάσσει την πραγματογνωμοσύνη υποδεικνύει στους πραγματογνώμονες την υποχρέωση του άρθρου 207 παρ. 1 στοιχ. β’ και προσδιορίζει τα ζητήματα προς διερεύνηση, λαμβάνοντας υπόψη και τις προτάσεις των διαδίκων. Δύναται να ορίσει προθεσμία, η οποία μπορεί να παραταθεί. 2. Οι πραγματογνώμονες δύνανται να εξετάσουν και άλλα ζητήματα που κρίνουν άξια λόγου, να ζητήσουν διευκρινίσεις και να εξετάσουν νέα ζητήματα σε κάθε στάδιο. 3. Αν απαιτείται καταστροφή ή αλλοίωση του αντικειμένου, οφείλουν, όταν είναι εφικτό, να διαφυλάξουν τμήμα αυτού. Προ της καταστροφής οφείλουν να ειδοποιήσουν ανακριτή, κατηγορούμενο και λοιπούς διαδίκους για την άσκηση των δικαιωμάτων του άρθρου 191-193. Η ειδοποίηση παραλείπεται όταν υπάρχει κίνδυνος από αναβολή».
Κατ’ άρθρο 197 ΚΠΔ «1. Εάν προκύψουν ουσιαστικές διαφωνίες μεταξύ των πραγματογνωμόνων, το αναφέρουν αμέσως σε εκείνον που τους διόρισε, ο οποίος διορίζει επιπλέον πραγματογνώμονες. 2. Εάν οι γνώμες εξακολουθούν να διαφέρουν σημαντικά ή η γνωμοδότηση είναι ασαφής ή αντίθετη σε βεβαιωμένα περιστατικά, διατάσσεται νέα πραγματογνωμοσύνη από άλλους πραγματογνώμονες, δυνάμενοι να συμπράξουν και ορισμένοι από τους πρώτους».
Κατ’ άρθρο 198 ΚΠΔ «Η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων πρέπει να είναι γραπτή, αιτιολογημένη και να περιλαμβάνει, όταν υπάρχει, και την αιτιολογημένη μειοψηφία. Προσκομίζεται στον ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο. Η παράδοση συνοδεύεται από έκθεση ή αναφορά στα πρακτικά. Κατά την κύρια διαδικασία η γνωμοδότηση μπορεί να δοθεί και προφορικά, και τα ουσιαστικά σημεία καταχωρίζονται στα πρακτικά».
Κατ’ άρθρο 204 ΚΠΔ «1. Κατά την ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, εκείνος που διατάσσει πραγματογνωμοσύνη γνωστοποιεί ταυτόχρονα στον κατηγορούμενο, ύποπτο ή υποστηρικτή της κατηγορίας, σύμφωνα με το άρθρο 192, τον διορισμό των πραγματογνωμόνων, τον τόπο, τον χρόνο και το αντικείμενο της. Όταν η πραγματογνωμοσύνη ανατίθεται σε εργαστήρια του άρθρου 184, γνωστοποιείται αντίστοιχα η ανάθεση. Εντός εύλογης προθεσμίας τα ανωτέρω πρόσωπα δύνανται, με δική τους δαπάνη, να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο μεταξύ των προσώπων που νομίμως δύνανται να διοριστούν πραγματογνώμονες. Εκείνοι που διόρισαν τον τεχνικό σύμβουλο οφείλουν να ειδοποιήσουν εγγράφως τον διατάξαντα την πραγματογνωμοσύνη. Η μη εμπρόθεσμη άσκηση του δικαιώματος δεν εμποδίζει τη διεξαγωγή της. 2. Η γνωστοποίηση δεν είναι υποχρεωτική όταν επιβάλλεται άμεση ενέργεια ή όταν πρόκειται για προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη του άρθρου 187. 3. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και όταν η πραγματογνωμοσύνη διενεργείται στο ακροατήριο, εκτός αν το δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφαση κρίνει ότι ενδέχεται να προκληθεί αξιόλογη καθυστέρηση».
Κατ’ άρθρο 207 ΚΠΔ «1. Ο τεχνικός σύμβουλος δικαιούται να παρίσταται κατά τις εργασίες των πραγματογνωμόνων, να λαμβάνει γνώση των εγγράφων που λαμβάνουν οι πραγματογνώμονες και να ζητεί πληροφορίες. Οι πραγματογνώμονες υποχρεούνται να γνωστοποιήσουν στους τεχνικούς συμβούλους τον τόπο, τον χρόνο και το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης, υπό ποινή ακυρότητας. Ο τεχνικός σύμβουλος δύναται να λάβει αντίγραφα με δαπάνη του διορίζοντος. 2. Δύναται να ζητήσει εγγράφως από τον διορίσαντα στην προδικασία ή το δικαστήριο να επιτρέψει την εξέταση προσώπου ή πράγματος που αποτέλεσε αντικείμενο πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να καθυστερεί την ανάκριση. Η αίτηση κρίνεται αμετάκλητα, και, αν γίνει δεκτή, ορίζονται τόπος, χρόνος και παρέδρα».
Κατ’ άρθρο 208 ΚΠΔ «Ο τεχνικός σύμβουλος παραδίδει τις γραπτές παρατηρήσεις του για την πραγματογνωμοσύνη είτε ο ίδιος είτε δια του συνηγόρου στον αρμόδιο εισαγγελέα ή ανακριτικό υπάλληλο και συντάσσεται ξεχωριστή έκθεση. Η παράδοση πρέπει να γίνει το αργότερο τρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, υπό ποινή απαράδεκτου. Ο τεχνικός σύμβουλος στο ακροατήριο οφείλει να αναπτύξει τις παρατηρήσεις του αμέσως μετά την έκθεση των πραγματογνωμόνων, τηρουμένων των διατυπώσεων του άρθρου 198».
Στην προκείμενη περίπτωση, στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργείται από Διοικητές Αστυνομικών Τμημάτων της Χώρας κατόπιν παραγγελιών της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας, διατάχθηκε η εκταφή σορών θυμάτων του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών της 28-02-2023, βάσει αιτημάτων δέκα (10) συγγενών, τα οποία επιβεβαιώθηκαν με ένορκες καταθέσεις ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων. Σκοπός είναι, είτε η πιστοποίηση της ταύτισης ή μη του DNA των σορών που παραδόθηκαν προς ταφή κατά την προανάκριση με το DNA των αιτούντων, είτε η διαπίστωση της αιτίας θανάτου των θυμάτων μέσω πλήρων βιοχημικών-τοξικολογικών εξετάσεων και κάθε άλλης συναφούς εξέτασης που κριθεί απαραίτητη, αφού ολοκληρωθούν οι εκταφές και η λήψη υλικού από τον περιβάλλοντα χώρο ταφής.
Παράλληλα, παραγγέλθηκε η άμεση διενέργεια των εξετάσεων από αρμόδια εργαστήρια με τις εγγυήσεις των άρθρων 183 επ. ΚΠΔ και την παρουσία τυχόν διορισθέντων τεχνικών συμβούλων των αιτούντων (άρθρα 204 επ. ΚΠΔ). Επιπλέον, οι εκταφές θα πραγματοποιηθούν με σεβασμό, κατά τους υγειονομικούς κανόνες και σε συνεννόηση με τον οικείο Δήμο, παρουσία Ιατροδικαστή, αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής και υπαλλήλου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
Πριν από τη διενέργεια των εκταφών, ορισμένοι συγγενείς υπέβαλαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν να επιτραπεί στους τεχνικούς συμβούλους τους να λάβουν δείγματα από τις σορούς των θυμάτων και των συγγενών τους και να τα αποστείλουν σε εργαστήρια του εξωτερικού για περαιτέρω έλεγχο των αιτιών θανάτου, καθώς και να διαβιβαστούν δείγματα και από τους διορισθέντες Ιατροδικαστές-πραγματογνώμονες σε εργαστήρια του εξωτερικού.
Η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας απέρριψε τα ανωτέρω αιτήματα, σε ό,τι αφορά το είδος και τους όρους εκτέλεσης των απαιτούμενων χημικών, βιοχημικών, τοξικολογικών, ιστολογικών και λοιπών εξετάσεων, καθώς και εξετάσεων DNA. Οι σχετικές διαφωνίες μεταξύ της Εισαγγελέως και των αιτούντων συγγενών, καθώς και των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, εισήχθησαν στο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας, το οποίο με το βούλευμά του έκρινε υπέρ της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας, δέχθηκε δηλαδή:
α) την άρση της διαφωνίας υπέρ της άποψης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας, αναφορικά με το είδος και τους όρους εκτέλεσης όλων των απαραίτητων χημικών, βιοχημικών, τοξικολογικών, ιστολογικών κ.ά. εξετάσεων, καθώς και εξετάσεων DNA επί των σορών, και
β) την απόρριψη των αιτημάτων περί λήψης δειγμάτων από τις σορούς των θυμάτων και αποστολή τους σε εργαστήρια του εξωτερικού από τους τεχνικούς συμβούλους των αιτούντων, καθώς και της διαβίβασης δειγμάτων από τους διορισθέντες Ιατροδικαστές-πραγματογνώμονες σε εργαστήρια του εξωτερικού.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Κωνσταντίνος Β. Τζαβέλλας»
