Ήδη από την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, μάγειρες και βοηθοί έβαλαν στα μεγάλα καζάνια να βράζει η παραδοσιακή μαγειρίτσα, και ως τώρα μετρούν εκατοντάδες προπαραγγελίες και κρατήσεις για το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Η ελληνική σούπα που συνηθίζεται μετά την Ανάσταση έχει για άλλη μια χρονιά την τιμητική της, ενώ η ζήτηση δικαιώνει τον κανόνα που τη θέλει πρωταγωνίστρια στο τραπέζι της Λαμπρής, δίπλα στα κόκκινα αυγά.
Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Δημήτρης Τσαρούχας, ιδιοκτήτης ενός από τα παλαιότερα καταστήματα παρασκευής μαγειρίτσας, οι Θεσσαλονικείς φεύγουν για το χωριό με την κατεψυγμένη σούπα στο χέρι ή τη στέλνουν σε συγγενείς του εξωτερικού· από το 1990 μέχρι σήμερα έχει διαθέσει πολλές χιλιάδες μερίδες, με στόχο πλέον την «100άρα».
«Κάθε χρόνο τέτοια εποχή δεν προλαβαίνουμε ούτε να πάρουμε ανάσα· όλοι δουλεύουμε για το τέλειο αποτέλεσμα. Πολλοί την παίρνουν σε πακέτο από τώρα, και περιμένουμε, όπως κάθε χρόνο, ουρές το Μεγάλο Σάββατο ως το μεσημέρι. Ο Έλληνας τιμά την παράδοση και το έθιμο και, αφού δεν είναι εύκολο να τη φτιάξει στο σπίτι –χρειάζεται πολύωρη προετοιμασία και εξονυχιστικό καθάρισμα εντέρων– κάνει παραγγελίες, μεγάλες ή μικρές, ανάλογα με τα μέλη της οικογένειας ή τους καλεσμένους, για να “μαλακώσει” το στομάχι μετά τη νηστεία», σημειώνει ο κ. Τσαρούχας. Προσθέτει ότι εδώ και μέρες έχουν σταλεί κατεψυγμένα πακέτα στο εξωτερικό, κυρίως Ρωσία και Γερμανία, κάτι που ξεκίνησε πριν τρία χρόνια· όπου υπάρχουν Έλληνες, θέλουν και τη μαγειρίτσα τους.
Σκοπός του εδέσματος, τονίζει, είναι να προετοιμάσει κατάλληλα το στομάχι του πιστού για την επανεισαγωγή του κρέατος μετά τη νηστεία. Είναι άρρηκτα δεμένη με την ελληνική ορθόδοξη παράδοση και τα έθιμα του Πάσχα, και μετά τη νηστεία της Σαρακοστής αποτελεί το πρώτο πιάτο με κρέας. Φυσικά, περιέχει μαρούλι, άνηθο, εντόσθια αρνιού (συκωταριά) και ρύζι.
«Έχει μυστικά, αλλά το βασικό είναι η προμήθεια αγνών υλικών και η εμπειρία – και στη δική μας περίπτωση η πλούσια, αυθεντική γεύση της με πηχτό αυγολέμονο. Όπως έλεγε ο αείμνηστος πατέρας μου, που είχε ετοιμάσει από τις πρώτες μαγειρίτσες της πόλης, η δική μας έχει “ISO”: μοσχαρίσιο ζωμό από τον πατσά και πλήρες στραγγιστό γιαούρτι, ώστε να σερβίρεται με την οξύτητά της και σε μορφή βελουτέ, κρατώντας τη φρεσκάδα της ακόμα κι αν διανύσει πολλά χιλιόμετρα μακριά από τη Θεσσαλονίκη», λέει ο κ. Τσαρούχας.
Sold Out «σουπάδικο» μετά την Ανάσταση μέχρι τα ξημερώματα
Σε λίστα αναμονής, για παν ενδεχόμενο ακύρωσης ή απουσίας κάποιου, βρίσκονται πολλοί πολίτες σε ένα από τα παλαιότερα εστιατόρια εξειδικευμένα στις σούπες, στη δυτική Θεσσαλονίκη. Στον «Κουκλουτζά» –που πήρε το όνομά του από την παλαιότερη ονομασία του Ευόσμου– δεν παίρνουν κρατήσεις, αλλά πολλοί δηλώνουν διατεθειμένοι να περιμένουν ακόμα και ξημερώματα, αρκεί να γευτούν μαγειρίτσα εκτός σπιτιού.
Όλο το προσωπικό κινείται με φρενήρεις ρυθμούς, και όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ μία εκ των τριών ιδιοκτητών, φέτος η ζήτηση ξεπερνά κάθε προηγούμενο. «Είμαστε στη δυτική Θεσσαλονίκη από το 1994. Από τα χέρια του πατέρα μου, που έχει φύγει από τη ζωή, έχουν περάσει αμέτρητα πιάτα, πολλές μαγείρισσες· με την αδερφή μου και τον σύζυγό μου προσπαθούμε να κρατάμε την παράδοση και την ίδια πάντα γεύση», αναφέρει η Ιωάννα Παπαδοπούλου.
Τα τραπέζια, σύμφωνα με την ίδια, θα είναι γεμάτα μέχρι και τις τρεις τα ξημερώματα, ενώ συχνά υπάρχουν και όρθιοι που περιμένουν. «Βλέπετε, το πιάτο είναι αγαπητό· μετά την εκκλησία ο κόσμος έρχεται εδώ με την οικογένεια και τους φίλους του για να απολαύσει τη σούπα και να τιμήσει το έθιμο», σημειώνει.
Το Μεγάλο Σάββατο είναι η πιο πιεστική μέρα: η διάθεση ξεκινάει από τις 7:00 το πρωί και τα πιάτα φεύγουν μέχρι τα ξημερώματα, αφού κάνουν και delivery μέχρι την άλλη άκρη της πόλης. Και το δικό τους μυστικό; «Όλα τα ετοιμάζουμε μόνοι μας, τίποτα έτοιμο· τα υλικά είναι ωμά και φρέσκα, και αναλαμβάνουμε όλα τα στάδια, από το κόψιμο μέχρι το μαγείρεμα», καταλήγει η κ. Παπαδοπούλου.
