Στο «κάδρο» των Αρχών έχει μπει ο πρωτοκλασάτος συνδικαλιστής, Γιάννης Παναγόπουλος, ο οποίος, μαζί με έξι ακόμα άτομα, κατηγορείται ότι συμμετέχει σε υπόθεση υπεξαίρεσης κονδυλίων εκατομμυρίων ευρώ από το ελληνικό δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, που προορίζονταν για εκπαιδευτικά προγράμματα την περίοδο 2020 – 2025.
Κατόπιν εντολής της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος έχουν «παγώσει» οι λογαριασμοί του γνωστού συνδικαλιστή καθώς και άλλων προσώπων και εταιρειών που φαίνονται να εμπλέκονται στην υπόθεση, ενώ φέρεται να έχουν δεσμευτεί και δύο ακίνητα.

Η Ανεξάρτητη Αρχή έχει ήδη προωθήσει το πόρισμά της στον αρμόδιο εισαγγελέα, με ενδείξεις για υπεξαίρεση και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε βαθμό κακουργήματος, ώστε να ξεκινήσει προκαταρκτική εξέταση.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Αρχή «χαρτογράφησε» τη διαδρομή και τον τρόπο που διατέθηκαν κονδύλια που ξεπερνούν συνολικά τα 73 εκατομμύρια ευρώ.

Κατά το πόρισμα της Αρχής, από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτουν ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το πόρισμα καταγράφει βαριές ενδείξεις ότι το κορυφαίο στέλεχος της συνδικαλιστικής ομοσπονδίας προχώρησε σε υπεξαίρεση κεφαλαίων που προέρχονταν από επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις του ελληνικού δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο φερόμενος ως βασικός πρωταγωνιστής φαίνεται να κατεύθυνε απευθείας αναθέσεις ή, μέσω διαγωνισμών, δημόσια έργα σε συγκεκριμένες εταιρείες, καθώς και σε άλλες ενδιάμεσες επιχειρήσεις, στις οποίες διοχέτευε συστηματικά χρήματα. Σύμφωνα με το πόρισμα, οι εταιρείες «περιστρέφονταν» μεταξύ τους ως ανάδοχοι, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι απευθείας αναθέσεις δεν είχαν αναρτηθεί στη Διαύγεια.

Η έρευνα, σύμφωνα με πληροφορίες, αποκάλυψε ότι κάποιες από τις εταιρείες δεν είχαν πραγματική δραστηριότητα, στερούνταν της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής και του απαιτούμενου προσωπικού για την υλοποίηση των έργων, ενώ μέρος των κονδυλίων διανεμόταν σε μετρητά, γεγονός που οδηγεί την Αρχή στο συμπέρασμα πως επρόκειτο για εταιρείες – «βιτρίνα».
Η Αρχή εκτιμά πως η τακτική αυτή υιοθετήθηκε για να δοθεί αληθοφάνεια και νομιμοφάνεια σε συναλλαγές ύψους τουλάχιστον 577.000€ για δήθεν παροχή υπηρεσιών, γεγονός που συνιστά τεχνητή διακίνηση κεφαλαίων και συγκαλυμμένη απόκρυψη της πραγματικής χρήσης των πόρων των συμβάσεων.
Επιπλέον, διαπιστώθηκαν, σύμφωνα με πληροφορίες, εκτεταμένες μεταφορές χρημάτων σε προσωπικούς λογαριασμούς συνδεόμενων φυσικών προσώπων χωρίς νόμιμη αιτιολογία, καθώς και επαναλαμβανόμενες αναλήψεις μετρητών που υπερβαίνουν το 1,5 εκατομμύριο ευρώ, οι οποίες καταδεικνύουν, βάσει του πορίσματος, τη μεθοδευμένη απόκρυψη της προέλευσης και την τελική ιδιοποίηση των κεφαλαίων.
