Ο έρωτας διατηρεί τη θέση του ως μία από τις πιο έντονες και μεταμορφωτικές εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής· γι’ αυτό και η σημερινή γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου προσδίδει μια διαφορετική χροιά. Πρόκειται για βαθιά υπαρξιακή εμπειρία που μας «απορρυθμίζει», μας κινητοποιεί και ταυτόχρονα μας «αφήνει εκτεθειμένους».
Ο έρωτας στην ψηφιακή εποχή δείχνει να αλλάζει πρόσωπο, όχι όμως βιολογία. Ο εγκέφαλος συνεχίζει να ενεργοποιείται από την ντοπαμίνη της προσμονής και τις «ορμόνες του δεσμού», όμως το περιβάλλον έχει μετατοπιστεί: από τη σταδιακή ανακάλυψη στο γρήγορο swipe, από τη σωματική παρουσία στην οθόνη. «Στη σημερινή εποχή ο έρωτας γεννιέται όλο και περισσότερο μπροστά από μια οθόνη, ενώ η επιθυμία εκφράζεται μέσα από μηνύματα και το φλερτ γίνεται μέσα από ειδοποιήσεις», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Ιωάννα Τσάπαλη, ψυχολόγος, κλινική σεξολόγος.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, το ερώτημα που προκύπτει, σύμφωνα με την ειδικό, είναι το εξής: ερωτευόμαστε ακόμη με τον ίδιο τρόπο; Ή μήπως αυτό που βιώνουμε είναι μια παρατεταμένη διέγερση χωρίς συναισθηματικό βάθος; Η τεχνολογία προσφέρει αμέτρητες δυνατότητες σύνδεσης, ταυτόχρονα όμως αναδιαμορφώνει τον τρόπο που επιθυμούμε, επιλέγουμε και δεσμευόμαστε. Η κ. Τσάπαλη σκιαγραφεί τις αλλαγές που φέρνουν οι αλγόριθμοι στον τρόπο που συνδεόμαστε και επιλέγουμε σύντροφο.
Ο εγκέφαλος του έρωτα
Όταν ερωτευόμαστε, εξηγεί η κ. Τσάπαλη, ενεργοποιείται το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου, κυρίως μέσω της ντοπαμίνης – ενός νευροδιαβιβαστή που συνδέεται περισσότερο με την προσμονή, την επιθυμία και το κίνητρο, παρά με την ίδια την ικανοποίηση. Η ντοπαμίνη δεν παράγει την ευχαρίστηση αυτή καθαυτή, αλλά μας ωθεί να πλησιάσουμε το πρόσωπο που μας ελκύει, να το σκεφτόμαστε διαρκώς, να επενδύσουμε σε αυτό.
Την ίδια στιγμή, μειώνεται προσωρινά η δραστηριότητα περιοχών που σχετίζονται με την κριτική σκέψη και τον φόβο, όπως ο προμετωπιαίος φλοιός και η αμυγδαλή, γεγονός που εξηγεί την εξιδανίκευση των συντρόφων μας στα πρώτα στάδια του έρωτα. Με τον χρόνο, όταν η σχέση σταθεροποιηθεί, αυξάνονται κι άλλες ορμόνες όπως η ωκυτοκίνη και η βασοπρεσσίνη, οι λεγόμενες «ορμόνες του δεσμού», που ενισχύουν το συναισθηματικό δέσιμο και την αίσθηση ασφάλειας.
«Στη φυσική του εξέλιξη, λοιπόν, ο έρωτας έχει ρυθμό: προσέγγιση, σταδιακή αποκάλυψη, σωματική παρουσία. Η διέγερση και η συναισθηματική σύνδεση εξελίσσονται μαζί».
Dating apps: διαρκής αναζήτηση και διέγερση
Η Ιωάννα Τσάπαλη, ψυχολόγος, κλινική σεξολόγος, εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν εξελίχθηκε για ταχύτητα swipe. Οι εφαρμογές γνωριμιών μπορεί να ενεργοποιούν τον ίδιο νευροβιολογικό μηχανισμό, αλλά σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Η αρχιτεκτονική αυτών των πλατφορμών βασίζεται στη λεγόμενη ‘μεταβλητή ενίσχυση’: δεν γνωρίζουμε πότε θα έρθει το επόμενο μήνυμα ή match, γεγονός που ενισχύει τη συνεχή αναζήτηση, τη γρήγορη αξιολόγηση και τη λογική της άμεσης επιλογής. Το αποτέλεσμα είναι διαρκής διέγερση, που δεν συνοδεύεται πάντα από ουσιαστική σύνδεση».
Η υπερπροσφορά πιθανών συντρόφων δυσκολεύει τη δέσμευση και ενεργοποιεί ένα διαφορετικό ψυχολογικό μηχανισμό, το «παράδοξο της επιλογής». Όσο περισσότερες επιλογές διαθέτουμε, τόσο δυσκολότερο καθίσταται να δεσμευτούμε σε μία, καθώς η σκέψη της εναλλακτικής παραμένει διαρκώς παρούσα. Ο εγκέφαλος μένει σε κατάσταση αναζήτησης αντί επένδυσης, καθιστώντας πολλές φορές τη χρήση εφαρμογών εθιστική. Πολλοί βιώνουν εξουθένωση από ραντεβού, αίσθηση αντικατάστασης ή άγχος απόρριψης, ιδιαίτερα σε φαινόμενα όπως το ghosting.
Τα dating apps δεν είναι από μόνα τους προβληματικά· έχουν δημιουργήσει ουσιαστικές σχέσεις και προσέφεραν ευκαιρίες γνωριμίας πέραν των κοινωνικών κύκλων. Όμως, μετατοπίζουν τον έρωτα από τη σταδιακή ανακάλυψη στη γρήγορη αξιολόγηση, ενισχύοντας τη διέγερση και την προσμονή περισσότερο από τη σταθερή σύνδεση.
Sexting: οικειότητα υπό έλεγχο
Σύμφωνα με την ειδικό, «το sexting αποτελεί πλέον συνηθισμένη μορφή της ερωτικής επικοινωνίας. Πρόκειται για την αποστολή ερωτικών ή σεξουαλικά φορτισμένων μηνυμάτων και εικόνων, μπορεί δε να λειτουργήσει ως παιχνίδι φαντασίας, ως τρόπος διατήρησης της επιθυμίας σε ένα ζευγάρι ή ως μέσο εξερεύνησης της σεξουαλικότητας χωρίς τη φυσική παρουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, το sexting είναι φυσιολογικό και μπορεί να είναι ωφέλιμο όταν αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σεξουαλικού “ρεπερτορίου” επικοινωνίας και έκφρασης».
Ωστόσο, δεν λείπουν οι ψυχολογικές προκλήσεις. «Το sexting μπορεί εύκολα να γίνει υποκατάστατο της πραγματικής εγγύτητας. Αν η επικοινωνία στη σχέση βασίζεται κυρίως σε σεξουαλικά μηνύματα χωρίς σωματική επαφή, ο εγκέφαλος εθίζεται στη γρήγορη ντοπαμινεργική ανταμοιβή χωρίς την πραγματική συναισθηματική επένδυση που ο έρωτας απαιτεί. Η βαθιά συναισθηματική σύνδεση χρειάζεται χρόνο, αμοιβαία εμπιστοσύνη και ευαλωτότητα – στοιχεία που δεν “παράγονται” αποκλειστικά με ψηφιακά ερεθίσματα».
Παράλληλα, η ανταλλαγή ερωτικών μηνυμάτων προσφέρει αίσθηση ελέγχου. «Οι σύντροφοι επιλέγουν την εικόνα που μοιράζονται, το πότε και πώς θα εκτεθούν, ενώ η απόσταση της οθόνης λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στο άγχος της άμεσης αντίδρασης. Ο ψηφιακός τρόπος επικοινωνίας επιτρέπει μια “φιλτραρισμένη” εκδοχή του εαυτού, μειώνοντας το ρίσκο της απόρριψης. Ωστόσο, ο έρωτας δεν θεμελιώνεται στον πλήρη έλεγχο· προϋποθέτει αμοιβαία ευαλωτότητα και σταδιακή άρση των άμυνών μας».
Έτσι, ο έλεγχος που προσφέρει το sexting μπορεί να γίνει εμπόδιο, αφού η ασφάλεια της οθόνης περιορίζει τις ευκαιρίες για αυθεντική αλληλεπίδραση και στενεύει τον χώρο όπου αναπτύσσεται μια βαθιά, αμοιβαία συναισθηματική σύνδεση.
Τεχνητή Νοημοσύνη: σχέση χωρίς πραγματικό Άλλο
Τα τελευταία χρόνια, η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται δυναμικά στο πεδίο της συναισθηματικής αλληλεπίδρασης. «Chatbots, ψηφιακοί σύντροφοι και εφαρμογές που “μαθαίνουν” τις προτιμήσεις μας δημιουργούν μια νέα μορφή “σχέσης”, χωρίς την ύπαρξη ενός πραγματικού ‘Αλλου».
Ψηφιακοί σύντροφοι μπορούν να προσφέρουν τεχνητή κατανόηση, αδιάλειπτη διαθεσιμότητα και αποδοχή, όμως η “σχέση” με έναν αλγόριθμο στερείται αμοιβαιότητας, σύγκρουσης και καθρέφτισης. Για άτομα με έντονη μοναξιά ή άγχος σύναψης δεσμού, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά, με τον κίνδυνο όμως εγκλωβισμού σε μια “ψηφιακή κανονικότητα” που εν τέλει μεγεθύνει την εσωστρέφεια και τη μοναξιά.
Ο αληθινός έρωτας προϋποθέτει την ετερότητα: την ύπαρξη ενός αυτόνομου, ανεξέλεγκτου ‘Αλλου με δικές του επιθυμίες, ανάγκες και προσωπικότητα. «Η τεχνητή νοημοσύνη, όσο εξελιγμένη κι αν είναι, παραμένει καθρέφτης των επιθυμιών μας, χωρίς να αναδεικνύει τα όριά μας και χωρίς να προσφέρει την τριβή για ψυχική ωρίμανση και αληθινή σύνδεση».
Τελικά, τι αλλάζει;
Το αισιόδοξο είναι ότι ο έρωτας, βιολογικά και εξελικτικά, δεν έχει αλλάξει κατά πολύ. Ο εγκέφαλος συνεχίζει να ενεργοποιείται από την επιθυμία, την προσμονή, τη σύνδεση και την ανάγκη για δεσμό. «Αυτό που έχει μεταβληθεί σημαντικά είναι το περιβάλλον: οι αλγόριθμοι πιέζουν για γρήγορη επιλογή, οι οθόνες περιορίζουν την έκθεση στην πραγματική σχέση και η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται κατανόηση χωρίς όρους – χωρίς όμως την αμοιβαιότητα και το ρίσκο ενός ζωντανού δεσμού».
Ο έρωτας, στην ουσία του, τονίζει η κ. Τσάπαλη, παραμένει δυναμική διαδικασία έκθεσης απέναντι σε έναν πραγματικό ‘Αλλο – με επιθυμίες, όρια και μοναδικά χαρακτηριστικά που δεν ελέγχουμε και που αναπόφευκτα επηρεάζουν τη δυναμική της σχέσης.
«Ίσως λοιπόν το ερώτημα να μετατοπίζεται από το αν μπορούμε να ερωτευτούμε μέσα από οθόνες και apps, στο αν είμαστε διατεθειμένοι να αντέξουμε την ευαλωτότητα και το ρίσκο του αληθινού έρωτα σε μια εποχή που ευνοεί τον έλεγχο, την ταχύτητα και την αντικατάσταση».
Στην ψηφιακή εποχή των αμέτρητων επιλογών, της ακόρεστης αναζήτησης και της άμεσης διέγερσης, «αναδύεται πιο καθαρά από ποτέ το ερώτημα: μήπως η δέσμευση και ο έρωτας δεν καθορίζονται από την τεχνολογία, αλλά από την ικανότητά μας να παραμένουμε παρόντες, να αντέχουμε τη ματαίωση και να δεχόμαστε την ετερότητα – δηλαδή, τελικά, να διαθέτουμε ψυχικό θάρτος;», καταλήγει η κ. Τσάπαλη.
