Η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος προέβη στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στη διοργάνωση και διεξαγωγή παράνομων τυχερών παιγνίων μέσω μη αδειοδοτημένων διαδικτυακών πλατφορμών, καθώς και στην εξαπάτηση παικτών και στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Στο πλαίσιο παύσης της δράσης τους, πραγματοποιήθηκε χθες, Τρίτη 10 Μαρτίου 2026, συντονισμένη επιχείρηση της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων σε διαφορετικές περιοχές της Αττικής, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας και του Αγρινίου.
Στην επιχείρηση συνέδραμαν η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, οι Επιχειρησιακές Ομάδες της Υποδιεύθυνσης Πληροφοριών και Ειδικών Δράσεων της ΔΑΟΕ, το Τμήμα Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και το Τμήμα Πληροφοριών και Ειδικών Δράσεων της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Πατρών, η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Αγρινίου, καθώς και η Πυροσβεστική Υπηρεσία.
Στην υπόθεση συνελήφθησαν 36 μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και τα 12 αρχηγικά, καθώς και 2 επιπλέον άτομα, για τη συμμετοχή τους ως παίκτες σε τυχερά παίγνια.
Σε βάρος τους, όπως και σε βάρος 100 περαιτέρω ατόμων-μελών της εγκληματικής οργάνωσης, σχηματίσθηκε δικογραφία για –κατά περίπτωση– εγκληματική οργάνωση, απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, παράβαση των νόμων για τα παίγνια, τα προσωπικά δεδομένα, τα όπλα, τις φωτοβολίδες και τα πυροτεχνήματα, καθώς και για κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων.
Όπως ανακοινώθηκε από την ΕΛΑΣ, προηγήθηκε κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριών, ενώ από την επακόλουθη αστυνομική προανάκριση και τη συστηματική έρευνα αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων πιστοποιήθηκε η εγκληματική δράση των κατηγορουμένων.
Ειδικότερα, η εγκληματική οργάνωση λειτουργούσε τουλάχιστον από το 2018, τα μέλη της διέθεταν διακριτούς ρόλους, συνεργάζονταν και ενεργούσαν κατά τρόπο που θύμιζε «ομοσπονδία», με κοινό σκοπό τον παράνομο προσπορισμό οικονομικού οφέλους.
Ως προς τον τρόπο δράσης, τα μέλη της οργάνωσης, σύμφωνα με την Αστυνομία:
– εγκαθιστούσαν παράνομα λογισμικά σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και παιγνιομηχανήματα,
– εφάρμοζαν απομακρυσμένη πρόσβαση ώστε να ελέγχουν τα μηχανήματα εξ αποστάσεως,
– παρενέβαιναν στις ρυθμίσεις των συστημάτων χωρίς να αφήνουν ψηφιακά ίχνη,
– εισήγαγαν στη χώρα μη πιστοποιημένα παιγνιομηχανήματα που προσομοίαζαν με αυτά των νόμιμων καζίνο,
– είχαν δημιουργήσει παράνομο επίγειο δίκτυο τυχερών παιγνίων, παρακάμπτοντας το θεσμικό πλαίσιο, ενώ
– τοποθετούσαν συστήματα καμερών εντός και εκτός καταστημάτων, καταγράφοντας πολίτες χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Πιο συγκεκριμένα, τα αρχηγικά στελέχη-διαχειριστές πλατφορμών ήταν υπεύθυνα για τη διαχείριση τουλάχιστον 12 μη αδειοδοτημένων διαδικτυακών πλατφορμών, την εισαγωγή και εγκατάσταση μη πιστοποιημένων παιγνιομηχανημάτων τύπου VLT (Video Lottery Terminal), τον έλεγχο της πρόσβασης των συνεργαζόμενων καταστημάτων στα συστήματα και τη λήψη προμηθειών ανάλογα με το επίπεδο πρόσβασης κάθε συνεργάτη.
Προς τον σκοπό αυτό, είχαν οργανώσει δίκτυο συνεργατών, αποτελούμενο από τεχνικούς, εισπράκτορες και άτομα που ανέλαβαν την προώθηση των παράνομων παιγνίων, κατανεμημένους σε επιμέρους ομάδες, οι οποίες λειτουργούσαν είτε αυτόνομα είτε σε ιεραρχική συνεργασία.
Οι τεχνικοί, με τη σειρά τους, είχαν την αρμοδιότητα εγκατάστασης παράνομων λογισμικών σε υπολογιστές και παιγνιομηχανές, ρύθμισης συστημάτων μέσω ειδικών προγραμμάτων και φορητών μέσων αποθήκευσης και χρήσης εφαρμογών απομακρυσμένης πρόσβασης για πλήρη έλεγχο των μηχανημάτων.
Οι «αφανείς» εκμεταλλευτές καταστημάτων ανέλαβαν τη λειτουργία των καταστημάτων, τον ορισμό «μπροστινών» ιδιοκτητών για την αποφυγή εντοπισμού, την πρόσληψη υπευθύνων διεξαγωγής παιγνίων και την προσέλκυση παικτών μέσω συνεργατών.
Τέλος, οι υπεύθυνοι διεξαγωγής παιγνίων διαχειρίζονταν τη λειτουργία των μηχανημάτων, τις πληρωμές παικτών και την εφαρμογή παρεμβάσεων στα αποτελέσματα των παιχνιδιών.
Πέραν των ανωτέρω, από την έρευνα της ΕΛΑΣ προέκυψε ότι τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης προέβαιναν και στη συστηματική εξαπάτηση παικτών, μέσω:
– παρέμβασης στα αποτελέσματα, ρυθμίζοντας τα παιγνιομηχανήματα να αποδίδουν ποσοστά επιστροφής ακόμη και 7% αντί του νόμιμου ελάχιστου 80% και μηδενίζοντας δεδομένα (reset), ώστε να μειώνονται τεχνητά οι πιθανότητες κέρδους,
– εικονικών κερδών – ψευδών jackpot, που δημιουργούσαν ελεγχόμενα κερδισμένα περιστατικά για την προσέλκυση νέων παικτών και τη διατήρηση της ψευδαίσθησης αξιοπιστίας,
– χειραγώγησης από το προσωπικό, το οποίο συμμετείχε στα παίγνια γνωρίζοντας πότε θα αποδοθεί κέρδος, και
– ενίσχυσης του εθισμού, με παραπλανητικά bonus, δωρεάν γύρους και εικονικά οφέλη, ώστε να παρατείνεται ο χρόνος συμμετοχής χωρίς ουσιαστικό κέρδος.
Από την οικονομική έρευνα προέκυψε ότι τα αρχηγικά μέλη προέβαιναν και σε νομιμοποίηση εσόδων, επενδύοντας τα παράνομα κέρδη τους σε αγορές ακινήτων, εταιρείες με νόμιμη δραστηριότητα, καθώς και σε εικονικά νομίσματα, ενώ ταυτόχρονα προέβαιναν σε εξαγορά κερδισμένων δελτίων τυχερών παιγνίων, προκειμένου να προσδώσουν νομιμοφανή προέλευση σε χρηματικά ποσά.
Κομβική συνδρομή στην επιχείρηση παρείχε η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, με κλιμάκια εξειδικευμένων αστυνομικών από την Αττική και το αντίστοιχο εργαστήριο της Θεσσαλονίκης, παρέχοντας την απαιτούμενη τεχνογνωσία για τον εντοπισμό των παράνομων παιγνίων, της διαδικτυακής οργάνωσης και διαχείρισής τους, καθώς και των μέσων επικοινωνίας μεταξύ των μελών της εγκληματικής οργάνωσης. Παράλληλα, συνέδραμαν στον εντοπισμό κρυπτονομισμάτων και λοιπών οικονομικών στοιχείων, τα οποία αξιοποιήθηκαν για την περαιτέρω διερεύνηση και την εξάρθρωση της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης.
Συνολικά, από τις έρευνες σε οικίες, εμπλεκόμενα καταστήματα, πρακτορεία, τραπεζικές θυρίδες, αποθηκευτικούς χώρους, καθώς και οχήματα, βρέθηκαν μεταξύ άλλων και κατασχέθηκαν:
– 271.850 ευρώ,
– 905 δολάρια ΗΠΑ,
– 60 λίρες Αγγλίας,
– 2 κοσμήματα,
– 4 αυτοκίνητα και 3 μοτοσυκλέτες,
– 250 ηλεκτρονικοί υπολογιστές (κεντρική μονάδα, οθόνη, πληκτρολόγιο, ποντίκι),
– 78 εξωτερικοί σκληροί δίσκοι και 77 φορητά μέσα αποθήκευσης δεδομένων (USB),
– 5 καταγραφικά και 13 ασύρματες κάμερες κλειστού κυκλώματος,
– 12 λάπτοπ και 3 tablet,
– 53 κινητά τηλέφωνα,
– 6 χρεωστικές κάρτες,
– 5 πυροβόλα όπλα και 1 πιστόλι ρέπλικα,
– 2 μαχαίρια,
– 5 γεμιστήρες και 176 φυσίγγια,
– 6 κροτίδες,
– 135 χαρτονομίσματα προφανώς πλαστά, καθώς και πλήθος σημειωματάριων και ιδιόχειρων σημειώσεων.
Όπως επισημαίνεται από την Αστυνομία, το παράνομο οικονομικό όφελος της οργάνωσης εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 16 εκατ. ευρώ.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.
