«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις· του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι,
αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα, και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς
εβεβαίου του λόγου το ασφαλές. Ο επιφανής Χριστέ ο Θεός,
και τον κόσμον φωτίσας, δόξα Σοι».
Την αποκάλυψη της τρισυπόστατης θείας παρουσίας (Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα) τιμά σήμερα η Εκκλησία, τη μοναδική επί γης εμφάνιση της Αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος, τη φανέρωση του Θείου Λόγου, όπως καταγράφεται στις σχετικές περικοπές του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά, κατά τη Βάπτιση του Ιησού από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Κατά το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (Κεφάλαιον Γ΄, 1-17), ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, μετά θεία πρόσταγμα, εξέρχεται της ερήμου και παραδίδεται στον Ιορδάνη ποταμό, κηρύσσων τον λόγον του Θεού και βαπτίζων τους πιστούς. Κατά μίαν ημέραν, παρουσιάζεται ο Ιησούς εκ Γαλιλαίας και ζητεί να βαπτισθεί παρ’ αυτού. Εις το πρώτον, ο Ιωάννης αντιτάσσεται, λέγων ότι ο ίδιος έχει χρείαν να βαπτισθεί υπ’ Εκείνου· όμως, ο Ιησούς τον πείθει. Κατά την τελετήν της Βαπτίσεως, το Άγιο Πνεύμα εν μορφή περιστεράς κατέρχεται εις την κεφαλήν του Χριστού, και ακούεται η φωνή του Πατρός εκ των ουρανών: «Ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα». Ούτως, εν τω Ιορδάνη αποκαλύπτεται ενώπιον του κόσμου η όλη Τριάς.
Οι Ευαγγελισταί Ματθαίος και Μάρκος χρονολογούν την κάθοδον του Αγίου Πνεύματος ακριβώς μετά την έξοδον του Ιησού εκ των υδάτων, εις άμεσον συνάφειαν με τη βάπτιση. Ο Λουκάς, αντιθέτως, τοποθετεί το «ανεωχθήναι τον ουρανόν και καταβήναι το Πνεύμα το Άγιον… επ’ αυτόν» (Λουκ. 3,21-22) ολίγον υστέρως, μετά το τέλος της βαπτίσεως.
Ωστόσο, δεν θεωρεί το γεγονός αυτό χωριστόν, ως υποστηρίζουν τινές, διά να τονισθεί υποτιθέμενος χρόνος μεταξύ βαπτίσματος και «χρίσματος». Ρητώς αναφέρει ότι ο Ιησούς αμέσως μετά τη βάπτιση—ή και εν αυτή—ηρξάτο προσεύχεσθαι, και τότε συνέβη η «κάθοδος» του Πνεύματος (Λουκ. 3,21). Κατά τον Λουκάν, λοιπόν, η πρώτη θεοφάνεια της Καινής Διαθήκης λαμβάνει χώραν ευθύς μετά τη βάπτιση και εν σχέσει πάντοτε προς αυτήν, και μάλιστα εν ώρα «προσευχής». Τότε ακολουθεί η ουράνια βεβαίωσις: «ούτος έστιν ο υιός ο αγαπητός» (Ματθ. 3,17· Μάρκ. 1,11· Λουκ. 3,22) και «ο υιός του Θεού» (Ιωάν. 1,34).
Άγια Θεοφάνια, Επιφάνεια ή Φώτα—τρεις διαφορετικές ονομασίες δια την φανέρωσιν της Αγίας Τριάδος
Η επωνυμία Θεοφάνια είναι η παλαιοτέρα, και ευρίσκεται εις τον λόγον του Αποστόλου Παύλου: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α΄ Τιμ. γ΄ 16). Η επωνυμία Επιφάνεια, μεταγενεστέρα, αντλείται εκ της Αγίας Γραφής, συγκεκριμένως Τίτ. β΄ 11 «Επεφάνη γαρ η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις» και Τίτ. β΄ 13 «και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού».
Το Βάπτισμα του Κυρίου συνεδέθη με το βάπτισμα των κατηχουμένων, καλούμενον και «φώτισμα», και προσέδωσε την τρίτην προσωνυμίαν της εορτής, «Τα Φώτα» ή «Τα Άγια Φώτα».
«Επεφάνης σήμερον τη οικουμένη, και το φως σου, Κύριε, εσημειώθη εφ’ ημάς, εν επιγνώσει υμνούντας σε· Ήλθες, εφάνης, το φως το απρόσιτον», ψάλλει ο Ρωμανός ο Μελωδός.
Δεν είναι βέβαιον πότε ακριβώς καθιερώθη η εορτή των Επιφανείων· πάντως, αποτελεί μίαν εκ των αρχαιοτέρων εορτών της Εκκλησίας.
Ως κύριαι τελεταιί των Θεοφανείων λογίζονται ο Μέγας Αγιασμός, εν τω ναώ τελούμενος, και η επακολουθούσα Κατάδυσις του Τιμίου Σταυρού.
«…Και με των νερών τ’ αγιάσματα, τα Φώτα», απλοποιεί και απεικονίζει δια της πέννας του ο Γεώργιος Δροσίνης την ημερίαν των Θεοφανείων, την τρίτην και τελευταίαν των εορτών των Χριστουγέννων.
Τα ύδατα αγιάζονται
Ο ιερεύς ρίπτει τον Σταυρόν εις την θάλασσαν ή τον ποταμόν (όπου δεν υπάρχουν, αγιάζονται δεξαμεναί, ως εν Αθήναις), κατά μίμησιν της Βαπτίσεως του Θεανθρώπου. Οι νέοι πέφτουν διά να τον ανασύρουν, και θεωρείται ευλογία δια τον ανασπάσαντα και την οικογένειαν αυτού.
Εν Αττική, η επίσημος κατάδυσις του Σταυρού ωρίσθη να τελείται εν Πειραιεί από τας αρχάς του 1900, ενώ παρόμοιαι τελεταιί διεξάγονται εν όλοις τοις νομοίς της χώρας.
Και… εν χείλεσι παντός πιστού, φωτισθέντος θείω φωτί, ο εκκλησιαστικός ύμνος, το Απολυτίκιον των Θεοφανείων: «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…»
Σήμερον οι πιστοί αγιάζονται και γνωρίζουσι τον Τριαδικόν Θεόν εν σωτηρίω πανηγύρι, εις το οποίον μετέχει πάσα η κτίσις, τα επουράνια και τα επίγεια.
Εν τη Δύσει, τα Θεοφάνεια εμφανίζονται κατά τον 4ον αι., αλλά ήδη κατά την εποχήν εκείνην υπήρχεν εν τη Ρωμαική Εκκλησία και ετέρα εορτή αφιερωμένη εις την κατά σάρκα Γέννησιν του Ιησού, τη 25η Δεκεμβρίου.
Όταν εις πάσαν την Οικουμένην καθιερώθη η ημερομηνία αύτη δια τα Χριστούγεννα, εγεννήθη ο διαχωρισμός της εορτής των Φώτων προς την 6ην Ιανουαρίου, κατά τον 6ον αι.
Η σημερινή εορτή κλείει τον κύκλον του λεγομένου Δωδεκαημέρου, ο οποίος άρχεται από την Δεσποτικήν εορτήν των Χριστουγέννων και περιλαμβάνει και τας ενδιάμεσους εορτάς.
«Η Αγιότης του Θεού δωρίζεται στα πάντα
Άστρα! Φυτά! Και ζώα πια, υγρά και στερεά τε,
Άνθρωποι γης! Αγιάσθητε! Και τη χαρά σκορπάτε!
Διώξτε τη θλίψη απ’ την καρδιά, ‘πό μέσα το φαρμάκι
Κι ας έχουν βγει απ’ τα βαθιά του τρόμου έξω οι δράκοι…», εκ της συλλογής Εντυπώσεις Θεοφάνεια.
Χρόνια σας Πολλά.
