web analytics

Η στάση του μητροκτόνου της Λάρισας κατά την απολογία του για τον τρόπο που αντιμετώπισε το πτώμα.

Μπορεί να είπε πως μετανιώνει, ωστόσο παρουσιάστηκε ατάραχος στο Μικτό Ορκωτό του Βόλου ο 22χρονος που δικάζεται για τη δολοφονία της 52χρονης μητέρας του, τον Μάϊο του 2024 στη Λάρισα.

Κατά τη σημερινή ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συγγενείς, γείτονες της οικογένειας και οι αστυνομικοί που έφτασαν πρώτοι στο σπίτι. Ακολούθησε η απολογία του καθ’ ομολογία δολοφόνου και του ξαδέλφου του, ο οποίος τον βοήθησε να βγάλουν το πτώμα από το σπίτι, ενώ η Εισαγγελέας ζήτησε να κριθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται, σύμφωνα με το gegonota.news.

«Δεν είμαι δολοφόνος, αγαπάω όλους τους ανθρώπους»

«Θέλω να πω ότι δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν είμαι δολοφόνος, αγαπάω όλους τους ανθρώπους, δεν έχω πειράξει ποτέ μου κανέναν, δεν έχω ασκήσει βία σε κανέναν, δεν έχω μαλώσει με κανέναν στα παιδικά μου χρόνια. Έχω βιώσει το μπούλινγκ, δεν μπορούσα να βρω κοπέλα γιατί έχω κιλά», είπε εκκινώντας την απολογία του.

«Καρέ-καρέ» το χρονικό του εγκλήματος όπως το περιέγραψε ο μητροκτόνος

«Εκείνο το βράδυ, γύρω στις 11μιση, βγήκα έξω μόνος μου και κάθησα σε καφετέρια στο κέντρο της Λάρισας. Συνήθιζα να βγαίνω μόνος μου. Περίπου δύο ώρες αργότερα πήγα σε άλλο μαγαζί. Συνολικά ήπια περίπου μισό μπουκάλι βότκα και τρία ποτήρια ουίσκι. Έφυγα περίπου στις 2 με 3 τα ξημερώματα και γύρισα περπατώντας σπίτι, δεν ήθελα να πληρώσω χρήματα για ταξί. Όπως επέστρεφα, είδα έναν άνδρα να πουλάει ναρκωτικά στην πλατεία και πήρα και εγώ ένα τσιγάρο με 10 ευρώ. Κάθησα σε πάρκο κοντά στο σπίτι μου και το κάπνισα. Άρχισα να ζαλίζομαι πολύ, πονούσε το κεφάλι μου, είχα ταχυκαρδία. Κάθησα περίπου για μία ώρα εκεί πέρα. Μετά γύρισα στο σπίτι, περίπου στις 5 παρά. Άνοιξα με τα κλειδιά μου, μπήκα μέσα και είδα την μητέρα μου να πίνει τον πρωϊνό της καφέ, ήταν η ώρα που ξυπνούσε για να πάει για δουλειά. Με είδε στην κατάσταση που ήμουν, μαλώσαμε, με ρώτησε τι ήπια, άρχισε να με βρίζει, να με λέει «μπεκρή» και «άχρηστο», πως δεν εργάζομαι και δεν συνεισφέρω στα οικονομικά της οικογένειας και σπαταλάω χρήματα. Ήμουν σε άλλο κόσμο, δεν καταλάβαινα τι έκανα. Πήρα το μαχαίρι που ήταν πάνω στο πάγκο της κουζίνας και την χτύπησα με αυτό. Δεν θυμάμαι αν αντέδρασε, νομίζω φώναξε βοήθεια, αλλά δεν θυμάμαι».

«Φώναξα τον ξάδερφο μου να με βοηθήσει να την πετάξουμε στα σκουπίδια»

Αφού διέπραξε το έγκλημα, ο 22χρονος προσπάθησε να σβήσει τα ίχνη, ενώ –όπως ισχυρίστηκε– δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει ότι είχε σκοτώσει τη μητέρα του:

«Επιχείρησα να καθαρίσω το σπίτι. Όταν συνειδητοποίησα τι έγινε, άρχισα να κλαίω, δεν ήξερα τι να κάνω. Λίγο αργότερα με πήρε τηλέφωνο ο πατέρας μου να πάμε για καφέ. Μόλις έφυγα από τον καφέ, κάλεσα τον ξάδερφό μου και του είπα να με βοηθήσει να πετάξουμε κάποια χαλιά.

Όταν έφθασε, κατάλαβε ότι κάτι τρέχει από τη μυρωδιά. Αντιλαμβανόμενος τι είχε συμβεί άρχισε να φωνάζει και με ρωτούσε τι έκανα. «Δεν θυμάμαι», του είπα. Ήταν σοκαρισμένος. Προσπάθησε να φύγει, θέλησε να καλέσει την αστυνομία, αλλά τον απείλησα ότι, αν το κάνει, θα τον μπλέξω στον φόνο.

Πλέον έχω τάσεις αυτοκτονίας, δεν έχω κατανοήσει αυτό που έχω διαπράξει. Την αγαπούσα τη μητέρα μου και με αγαπούσε. Δεν καταλάβαινα τι έκανα από όσα είχα πιει. Υπόσχομαι στην κοινωνία ότι θα είμαι άλλος άνθρωπος. Έχω κόψει το αλκοόλ. Πριν το έγκλημα έπινα ασταμάτητα, μέχρι να μην αντιλαμβάνομαι τίποτα. Στη φυλακή έχω υποστεί κακοποίηση, έχω σημάδια από τσιγάρα πάνω μου. Θέλω μόνο να συνεχίσω τη ζωή μου», κατέθεσε.

Ο ξάδερφός του, που κατηγορείται για υπόθαλψη εγκληματία, είπε πως στο θέαμα της νεκρής 52χρονης και υπό την απειλή ότι θα τον μπλέξει στη δολοφονία, τρομοκρατήθηκε.

«Μου τηλεφώνησε ο ξάδερφός μου να πάμε για καφέ. Είχα μόλις γυρίσει από τη δουλειά και ήμουν πολύ κουρασμένος. Επέμενε πολύ και δέχτηκα να πάμε για λίγο. Μετά μου ζήτησε να περάσω πρώτα από το σπίτι του για να πετάξουμε κάποια χαλιά που είχε αφήσει η μητέρα του για να τα πετάξει στα σκουπίδια.

Όταν μπήκαμε, υπήρχε μία παράξενη μυρωδιά που μου ανακάτευε το στομάχι. Είδα το χαλί και, όταν κατάλαβα τι είχε γίνει, του είπα «τι έκανες εκεί ρε μ…κα, σκότωσε τη μάνα που σε γέννησε, που σε είχε 9 μήνες στην κοιλιά της;». Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Του είπα θα καλέσω την αστυνομία και με απείλησε πως αν το κάνω θα με μπλέξει στον φόνο. Τρομοκρατήθηκα», κατέθεσε.

Κατά την ακροαματική διαδικασία έγινε γνωστό ότι γείτονες τους είδαν να κουβαλούν ένα βαρύ χαλί που φαινόταν ασήκωτο. Ένας από αυτούς κάλεσε την αστυνομία, υποπτευόμενος ότι εντός υπάρχει ανθρώπινο σώμα· οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν όταν είδε ανθρώπινα δάχτυλα ποδιού να ξεπροβάλλουν από το χαλί.

«Μεθοδευμένες οι ενέργειες του δολοφόνου»

Η Εισαγγελέας άρχισε την αγόρευσή της επισημαίνοντας ότι ο 22χρονος από 3μιση ετών έμεινε χωρίς τη μητέρα του μετά τον χωρισμό των γονέων του και την ανάθεση της επιμέλειας στον πατέρα του. Έτσι, όπως είπε, δεν αναπτύχθηκε ποτέ στενή σχέση μαζί της.

Καθώς μεγάλωνε, σημείωσε, ο κατηγορούμενος μετακόμισε στο σπίτι της μητέρας του, αλλά η σχέση τους παρέμεινε αδιάρθρωτη· οι οικονομικές απαιτήσεις της μητέρας και η αδυναμία του να βρει σταθερή δουλειά δημιουργούσαν συνεχείς συγκρούσεις. «Αυτό επηρέασε τον ψυχισμό του, όπως διαπιστώνει και ο πραγματογνώμονας ψυχίατρος, χωρίς όμως να μειώνει τον καταλογισμό», τόνισε.

Αναφερόμενη στις ενέργειες μετά το έγκλημα, η Εισαγγελέας είπε πως τα αντικείμενα που πέταξε – το κινητό, η κάρτα εισόδου στο εργοστάσιο, η τραπεζική κάρτα και οι φωτογραφίες της μητέρας του – ήταν επιλεγμένα, ώστε να σκηνοθετήσει την εικόνα ότι εκείνη έφυγε. «Με νηφαλιότητα και μεθοδικότητα απέρριψε τα βασικά προσωπικά της είδη για να αποφύγει την ανάμειξή του», υπογράμμισε.

Συνολικά, κατέληξε, ο μητροκτόνος είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών του και, με συστηματικότητα, αφαίρεσε όλα τα στοιχεία και καθάρισε τον τόπο του εγκλήματος. Πρότεινε την απόρριψη του ισχυρισμού περί μειωμένου καταλογισμού και την ενοχή του όπως κατηγορείται.

Για τον δεύτερο κατηγορούμενο, ζήτησε επίσης την ενοχή, λέγοντας ότι αιφνιδιάστηκε όταν είδε τη σορό, αλλά –αν και απειλήθηκε– είχε χρόνο να αντιδράσει όταν βγήκαν στο δρόμο και είδαν γείτονες. Δεν κάλεσε την αστυνομία, ούτε βοήθησε να αποκαλυφθεί το έγκλημα, αλλά προσπάθησε να διαφύγει.

Η δίκη διακόπηκε για την ερχόμενη Τρίτη 17 Μαρτίου στις 10:00 λόγω ωραρίου και θα συνεχιστεί με τις αγορεύσεις των δικηγόρων και την απόφαση του δικαστηρίου.
Γιώργος Βαϊσμένος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *