Τα πλεονεκτήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, οι τομείς βελτίωσης, όπως και οι τομείς που χρήζουν βελτιώσεων από εδώ και στο εξής, περιγράφονται στην αναλυτική μελέτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), που δημοσιεύθηκε σήμερα, Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026 και φέρει τον τίτλο «Ανασκόπηση της Εκπαιδευτικής Πολιτικής: Βελτίωση των Μαθησιακών Αποτελεσμάτων στην Ελλάδα».
Σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια, η μελέτη επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει υλοποιήσει «σημαντικές μεταρρυθμίσεις» για τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος τα τελευταία χρόνια, μεταξύ των οποίων η εισαγωγή εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης των σχολικών μονάδων, η ενίσχυση του ρόλου και του επαγγέλματος των εκπαιδευτικών μέσω νέων ευθυνών και ηγετικών ρόλων, καθώς και οι επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό. «Παρά τους οικονομικούς περιορισμούς του παρελθόντος, αυτές οι πρωτοβουλίες αναδεικνύουν ισχυρή δέσμευση για τη βελτίωση της ποιότητας και της ισότητας στην εκπαίδευση», σημειώνεται στην περίληψη της μελέτης.
Στα πλεονεκτήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος εντάσσονται η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, οι αλλαγές για την αναβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών και η ψηφιακή μετάβαση. Επιπλέον, γίνεται λόγος για την επικαιροποίηση του αναλυτικού προγράμματος σπουδών με έμφαση στην κριτική σκέψη και την επίλυση προβλημάτων, την υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση από 4 ετών («που ενισχύει την προσβασιμότητα»), τις επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές και πλατφόρμες («που υποστηρίζουν τη διδασκαλία και τη μάθηση»), καθώς και την εισαγωγή των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων και της πρώιμης εκμάθησης ξένων γλωσσών, («που ενισχύουν τις διαθεματικές δεξιότητες»).
Ωστόσο, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα αποτελέσματα των εξετάσεων PISA το 2022, η ανασκόπηση καταγράφει διακυμάνσεις στις επιδόσεις των μαθητών, ιδίως στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου, ενώ οι κοινωνικοοικονομικές και γεωγραφικές ανισότητες εξακολουθούν να επηρεάζουν τα μαθησιακά αποτελέσματα.
«Η συγκεντρωτική διακυβέρνηση σε κεντρικό επίπεδο πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή ώστε να μην περιορίζει την προσαρμοστικότητα των σχολικών μονάδων στις τοπικές ανάγκες και έτσι να παρατηρείται ανομοιογένεια στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων μεταξύ περιφερειών. Παράλληλα, η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων στην καθημερινή διδασκαλία παραμένει περιορισμένη», επισημαίνεται στη μελέτη.
Ο ΟΟΣΑ, μέσω της εν λόγω ανασκόπησης, προτείνει τη σταδιακή ενίσχυση της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, σε συνδυασμό με διασφάλιση εθνικής συνοχής και ισότητας, την ενδυνάμωση της ικανότητας εφαρμογής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο ώστε οι μεταρρυθμίσεις να αποτυπώνονται σε βελτιώσεις στην τάξη, καθώς και τη σαφή αποσαφήνιση ρόλων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των φορέων διακυβέρνησης.
Επιπλέον, υπογραμμίζει την ανάγκη ανάπτυξης «συνεκτικών πλαισίων που συνδέουν την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών με την επαγγελματική μάθηση και σταδιοδρομία, τη βελτίωση της πρόσβασης και της ποιότητας της προσχολικής εκπαίδευσης, ιδίως για τα παιδιά κάτω των 4 ετών, και τη διασφάλιση ουσιαστικής ενσωμάτωσης, παρακολούθησης και αξιολόγησης των ψηφιακών πρωτοβουλιών».
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στο Στρατηγικό Σχέδιο 2025-2027 του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, το οποίο αναδεικνύει τον προγραμματισμό για την υλοποίηση των προτάσεων του ΟΟΣΑ και, γενικότερα, την ενίσχυση της εκπαίδευσης σε επίπεδο ισότητας, ποιότητας και καινοτομίας.
Σημειώνεται, πάντως, ότι τα αποτελέσματα των τελευταίων εξετάσεων PISA, που διεξήχθησαν την περασμένη άνοιξη (2025) δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ακόμη.
Υπενθυμίζεται ότι στις εξετάσεις συμμετέχουν μαθητές και μαθήτριες 15 χρονών και εξετάζονται στα μαθηματικά, την κατανόηση κειμένου και τις φυσικές επιστήμες. Στην έρευνα PISA 2025 θα αξιολογηθούν γνώσεις και δεξιότητες των 15χρονων μαθητών και μαθητριών σε περισσότερες από 80 χώρες και σε νέα πεδία, εκτός των τριών βασικών, όπως τα αγγλικά και η μάθηση στον ψηφιακό κόσμο.
Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προσδοκάται από τη διεξαγωγή στην Ελλάδα —και, φυσικά, τη δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων— της Διεθνούς Έρευνας για τη Διδασκαλία και τη Μάθηση «TALIS» (Teaching and Learning International Survey) του ΟΟΣΑ, μέσα στο 2026, προκειμένου να αποτυπωθεί πιο ολοκληρωμένα η σύγχρονη εικόνα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.
