Βαρύ πένθος και απέραντη συγκίνηση σκέπασε την Κρήτη μετά την είδηση του θανάτου του Γιάννη Ξυλούρη (Ψαρογιάννη), ο οποίος έκλεισε τα μάτια σε ηλικία 83 ετών.
Αδερφός του Νίκου Ξυλούρη και του «Ψαραντώνη», γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1943 κι ανήκε στην εμβληματική οικογένεια των Ξυλούρηδων, που τέσσερις γενιές τώρα χαρίζει ανεκτίμητη προσφορά στην κρητική μουσική παράδοση.
Στα πέντε του χρόνια, το 1948, γνώρισε το πρώτο του όργανο, το μαντολίνο, κι ακολούθησαν λαούτο και λύρα. Ακόμη μαθητής του δημοτικού, ο Γιάννης μιλούσε με τα παραδοσιακά όργανα της πατρίδας του εκείνη τη μυστική γλώσσα που μόνον όποιον καίει ιερό πάθος στα σωθικά του μπορεί να εκφράσει. Στα δώδεκα, με το λαούτο στο χέρι, συνόδευε τον αδερφό του Νίκο. Στα δεκατέσσερα, το 1957, ηχογράφησε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά μαζί του. Στα δεκαεπτά, το 1960, θεωρούνταν ήδη ένα από τα κορυφαία λαούτα της Κρήτης κι οι μεγαλύτεροι λυράρηδες ζητούσαν συνεργασία μαζί του. Το λαούτο του συνόδευσε όλους τους διακεκριμένους λυράρηδες του νησιού. Ο Γιάννης Ξυλούρης, όμως, δεν έμεινε στο λαούτο και στο μαντολίνο, τα όργανα που λάτρεψε απ’ τα παιδικά του χρόνια. Άνοιξε δρόμους στη λύρα, στο τραγούδι, στη σύνθεση δικών του τραγουδιών. Προικισμένος με σπάνια φαντασία και άψογη τεχνική, ο Γιάννης Ξυλούρης άρχισε να γεννά σύγχρονα κρητικά τραγούδια που θα ζήλευαν ακόμη και καταξιωμένοι – και σπουδασμένοι – συνθέτες.
Αφού γνώριζε βαθιά τη μουσική του τόπου του ως αυθεντικό ταλέντο – όπως αναφέρει το creta24.gr – αξιοποίησε το μουσικό και καλλιτεχνικό του ένστικτο κι ξετύλιξε τη σύνθεση με την ίδια άνεση που απαγγέλλει μαντινάδες ή παίρνει φωτιά στο ρυθμό ενός χορού. Ο Γιάννης πατούσε σταθερά στην παράδοση, αλλά επιχειρούσε να αξιοποιήσει και τις αρετές της έντεχνης μουσικής ώστε να στηρίξει σε γερές βάσεις την πρότασή του. Η καλλιτεχνική του παρουσία ήταν έντονη, με πλήθος συναυλιών και εμφανίσεων τόσο εντός Ελλάδας όσο και στο εξωτερικό.
Στη μακρά του διαδρομή συνεργάστηκε, εκτός των αδερφών του Νίκου και Αντώνη, με τον Κώστα Μουντάκη, κυρίως τη δεκαετία του ’60, καθώς και με τον Βασίλη Σκουλά, ξεκινώντας έναν ανεπανάληπτο και μακρύ κατάλογο δισκογραφικών εκδόσεων που τον καθιερώνουν ως τον περισσότερο ηχογραφημένο λαγουτιέρη της κρητικής μουσικής εκείνης της εποχής.
