Στο επίκεντρο φορολογικής υπόθεσης που απασχόλησε τη διοικητική δικαιοσύνη βρέθηκε αναισθησιολόγος στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από έλεγχο των αρμοδίων αρχών, ο οποίος οδήγησε σε καταλογισμούς φόρων και προστίμων , άνω των 200.000 ευρώ, για τα οικονομικά έτη 2016 και 2017.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέτασε την υπόθεση, κατόπιν προσφυγής του γιατρού κατά των πράξεων της φορολογικής διοίκησης, διά των οποίων καταλογίστηκαν ποσά που, σύμφωνα με τα ευρήματα του ελέγχου, συνδέονταν με αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών εισπράξεων και των εκδοθέντων φορολογικών παραστατικών. Απορρίπτοντας την προσφυγή, οι διοικητικοί δικαστές επικύρωσαν την κρίση των φορολογικών αρχών.
Βάσει των στοιχείων που καταγράφονται στην έκθεση ελέγχου, οι αποδείξεις που εκδίδονταν προς τους ασθενείς εμφανίζονταν σε μεγάλο ποσοστό με εξαιρετικά χαμηλές χρεώσεις, κυρίως στα επίπεδα των 10 έως 50 ευρώ. Η εικόνα αυτή θεωρήθηκε ασυνήθιστη, αφού από τα δεδομένα της κλινικής προέκυπτε συμμετοχή του συγκεκριμένου γιατρού σε εκατοντάδες χειρουργικές επεμβάσεις, διαφορετικής βαρύτητας και πολυπλοκότητας.
Για τις φορολογικές αρχές, η σχεδόν ομοιόμορφη τιμολόγηση σε τόσο χαμηλά ποσά δεν μπορούσε να εξηγηθεί με βάση τη συνήθη πρακτική της αγοράς, ιδίως όταν επρόκειτο για επεμβάσεις με αυξημένες απαιτήσεις. Κρίσιμο ρόλο στην πορεία του ελέγχου φαίνεται πως διαδραμάτισε η αντιπαραβολή των συγκεκριμένων χρεώσεων με αμοιβές που καταβάλλονταν μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών. Οι ίδιες ή παρόμοιες ιατρικές πράξεις, όταν αφορούσαν ασφαλισμένους ασθενείς, εμφανίζονταν να αποζημιώνονται με πολλαπλάσια ποσά, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις κυμαίνονταν από 200 έως 400 ευρώ.
Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, οι ελεγκτές προχώρησαν σε επαναπροσδιορισμό των εσόδων, καταλήγοντας ότι για τα δύο έτη υπήρξε απόκρυψη φορολογητέας ύλης σχεδόν 288.000 ευρώ. Ακολούθησαν διορθωτικοί προσδιορισμοί φόρου εισοδήματος, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, καθώς και πρόστιμα λόγω ανακρίβειας, με το συνολικό ποσό να υπερβαίνει τις 217.000 ευρώ.
Ο γιατρός προσέφυγε κατά των πράξεων της φορολογικής διοίκησης, ισχυριζόμενος ότι διέθετε το δικαίωμα να καθορίζει ελεύθερα τις αμοιβές του, ενώ επικαλέστηκε και περιπτώσεις όπου, όπως ανέφερε, υπήρχαν κοινωνικά κριτήρια ή ειδικές συμφωνίες με ασθενείς. Παράλληλα, αμφισβήτησε τη χρήση των τιμοκαταλόγων ασφαλιστικών εταιρειών ως μέσο προσδιορισμού αμοιβών για μη ασφαλισμένους.
Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι το συνολικό μοτίβο τιμολόγησης, σε συνδυασμό με τις διαπιστωμένες αποκλίσεις στις ίδιες πράξεις, συνιστούν επαρκή βάση για την εκτίμηση απόκρυψης εισοδήματος. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα στοιχεία που προήλθαν από την κλινική και στις διασταυρώσεις με τις ασφαλιστικές χρεώσεις, ενώ οι υπεύθυνες δηλώσεις ασθενών δεν κρίθηκαν επαρκείς για την ανατροπή των ευρημάτων.
