Η Γαλλίδα ηθοποιός Ιζαμπέλ Ατζανί αναμένεται να βρεθεί εκ νέου στο εδώλιο του Εφετείου του Παρισιού αύριο για την ίδια υπόθεση φοροδιαφυγής, στην οποία πρωτόδικα της είχε επιβληθεί ποινή δύο ετών φυλάκιση με αναστολή καθώς και χρηματική ποινή 250.000 ευρώ.
Ήδη τον Δεκέμβριο του 2023 το δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι τα περιστατικά αποκάλυψαν «βούληση απόκρυψης στοιχείων από τη φορολογική διοίκηση» και ότι αυτά «επέφεραν σοβαρό πλήγμα στη φορολογική ισότητα των πολιτών».
Η 70χρονη πρωταγωνίστρια, έχοντας τιμηθεί με πέντε βραβεία Σεζάρ και γνωστή από ταινίες όπως “L’été meurtrier” (1983), “Camille Claudel” (1988), “La Reine Margot” (1994) και πιο πρόσφατα το “Mascarade” (2022), πραγματοποίησε το κινηματογραφικό ντεμπούτο της το 1974 στην ταινία «Το Χαστούκι» του Κλοντ Πινοτό, σε ηλικία σχεδόν 20 ετών.
Η Ατζανί, η οποία δεν είχε παραστεί στην πρώτη δίκη, κρίθηκε ένοχη ότι είχε δηλώσει ψευδώς φορολογική κατοικία στην Πορτογαλία για τα έτη 2016 και 2017, γλιτώνοντας την καταβολή φόρου εισοδήματος ύψους 236.000 ευρώ.
Επίσης της επιβλήθηκε καταδίκη γιατί είχε λάβει το 2013 2 εκατομμύρια ευρώ από τον Μαμαντού Ντιανά Ντιαέ, επιχειρηματία και φίλο της ηθοποιού, πρόεδρο της Εθνικής Ολυμπιακής Επιτροπής και Σενεγαλέζο αθλητή καθώς επίσης μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.
Το δικαστήριο θεώρησε ότι το εν λόγω ποσό, που είχε δηλωθεί ως δάνειο, αποτελούσε «συγκεκαλυμμένη δωρεά», επιτρέποντας στην κατηγορούμενη—η οποία τότε αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες—να αποφύγει φόρο ύψους 1,2 εκατομμυρίων ευρώ, σύμφωνα με το ΑΠΕ ΜΠΕ.
Τέλος, η Ατζανί καταδικάστηκε για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, καθώς μετέφερε μέσω «μη δηλωθέντος» λογαριασμού στις ΗΠΑ το ποσό των 119.000 ευρώ προς την Πορτογαλία, με το δικαστήριο να εκτιμά ότι «οι υλικές και νομικές προϋποθέσεις της επιχείρησης αυτής θα μπορούσαν να ερμηνευθούν μόνο ως ανάγκη απόκρυψης της προέλευσης και του προορισμού των κεφαλαίων».
Οι συνήγοροί της ισχυρίστηκαν πρωτόδικα ότι η πελάτισσά τους είχε διαπράξει ένα «σφάλμα» στη φορολογική της δήλωση, εξαιτίας «λανθασμένων συμβουλών» που είχε λάβει εκείνη την περίοδο.
Η έρευνα είχε ξεκινήσει το 2016, όταν το όνομα της Ιζαμπέλ Ατζανί εμφανίστηκε στα Panama Papers ως ιδιοκτήτρια μιας επιχείρησης στις βρετανικές Παρθένες Νήσους.
