Η πρόσφατη ενεργειακή αναταραχή στη Μέση Ανατολή επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο την πυρηνική ενέργεια, αφού οι κυβερνήσεις αναζητούν πιο σταθερές και λιγότερο ευάλωτες πηγές ηλεκτροπαραγωγής. Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, η απότομη άνοδος των τιμών, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα στις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου, αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον για επενδύσεις σε πυρηνικά έργα.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Urenco, Boris Schucht, δήλωσε στους Financial Times ότι μια «πυρηνική αναγέννηση» βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και εκτίμησε ότι θα επιταχυνθεί εξαιτίας του σοκ που προκάλεσαν οι ελλείψεις στην προσφορά πετρελαίου και αερίου μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Όπως είπε, η εταιρεία διαθέτει ήδη βιβλίο παραγγελιών-ρεκόρ, ύψους 21,3 δισ. δολαρίων, για ουράνιο και προϊόντα πυρηνικού καυσίμου.
Κατά τον ίδιο, η κρίση στην προμήθεια ενέργειας από τη Μέση Ανατολή αναμένεται να στρέψει εκ νέου την προσοχή κυβερνήσεων και βιομηχανίας στην ενεργειακή ασφάλεια και στην ανάγκη για σταθερή ηλεκτροπαραγωγή βάσης, ανεξάρτητη από γεωπολιτικές απειλές και διαταραχές στην τροφοδοσία.
Το δημοσίευμα σημειώνει ότι, έπειτα από τη μακρά περίοδο επιφυλάξεων που ακολούθησε το πυρηνικό ατύχημα της Φουκουσίμα το 2011, η πυρηνική ενέργεια είχε ήδη αρχίσει να επανέρχεται στη διεθνή ατζέντα μετά τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, ο οποίος ανέδειξε την ευαλωτότητα των αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η νέα κρίση φαίνεται να ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την τάση.
Στο ίδιο πλαίσιο, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισε, σε ομιλία της την Τρίτη, τη συρρίκνωση του ευρωπαϊκού πυρηνικού τομέα ως «στρατηγικό λάθος», υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με εκρηκτικό ενεργειακό κόστος επειδή βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ηλεκτροπαραγωγή από πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Σύμφωνα με τους Financial Times, και η Ιαπωνία, με αφορμή τη συμπλήρωση 15 ετών από την καταστροφή στη Φουκουσίμα, επιταχύνει τις διαδικασίες για την επανεκκίνηση αντιδραστήρων που είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας.
Στελέχη του κλάδου υποστηρίζουν ότι η αλυσίδα εφοδιασμού πυρηνικού καυσίμου εμφανίζει μεγαλύτερη σταθερότητα σε σχέση με εκείνη των ορυκτών καυσίμων. Οι απαιτούμενοι όγκοι είναι πολύ μικρότεροι, δεν χρειάζονται συχνές ανατροφοδοτήσεις και τα καύσιμα μπορούν να αποθηκευτούν ευκολότερα, ενώ οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας διαθέτουν συνήθως αποθέματα περίπου δύο ετών.
Το άμεσο πρόβλημα, πάντως, παραμένει η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των οικονομιών που πλήττονται από τη διακοπή προμηθειών. Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, η παύση μεταφοράς περίπου 20 εκατ. βαρελιών ημερησίως πετρελαίου και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων, καθώς και η διακοπή περίπου του ενός πέμπτου των παγκόσμιων προμηθειών υγροποιημένου φυσικού αερίου, συνθέτουν το ισχυρότερο ενεργειακό σοκ από τη δεκαετία του 1970.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η πυρηνική ενέργεια δεν μπορεί να δώσει άμεση απάντηση στη σημερινή κρίση προσφοράς. Ωστόσο, σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η έκταση του σοκ είναι πιθανό να ενθαρρύνει περισσότερες χώρες να επενδύσουν σε νέους αντιδραστήρες. Ο Julien Dumoulin-Smith της Jefferies ανέφερε στους Financial Times ότι, ακόμη και αν η άνοδος στις τιμές πετρελαίου και αερίου αποδειχθεί παροδική, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επαναφέρει με ένταση το ζήτημα της ασφάλειας εφοδιασμού, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη στήριξη τόσο της πυρηνικής ενέργειας όσο και της ηλιακής.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής της Lightbridge Corporation, Seth Grae, υποστήριξε ότι η σημερινή κρίση θα μπορούσε να προκαλέσει μια επαναξιολόγηση αντίστοιχη με εκείνη που οδήγησε χώρες όπως η Γαλλία να αναπτύξουν ισχυρό πυρηνικό στόλο μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970.
Η Urenco, ένας από τους μεγάλους παραγωγούς εμπλουτισμένου ουρανίου, εμφανίζει ήδη ισχυρή ανάπτυξη. Όπως αναφέρουν οι Financial Times, το βιβλίο παραγγελιών της αυξήθηκε κατά 14% το 2025, φθάνοντας τα 21,3 δισ. ευρώ από 18,7 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας τέταρτη διαδοχική χρονιά ανόδου. Τα έσοδα ενισχύθηκαν κατά 11%, στα 2,09 δισ. ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά περισσότερο από ένα τρίτο, στα 248,5 εκατ. ευρώ.
Η εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις ΗΠΑ, στην Ολλανδία και στη Γερμανία, σχεδιάζει να αυξήσει κατά 15% τη δυναμικότητα εμπλουτισμού ουρανίου έως το 2030. Παράλληλα επεκτείνει τις εγκαταστάσεις της στο Capenhurst του Ηνωμένου Βασιλείου, ώστε να μπορεί να παράγει καύσιμο υψηλότερου εμπλουτισμού για τη νέα γενιά μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων. Μάλιστα, έχει ήδη υπογράψει την πρώτη της συμφωνία για την προμήθεια αυτού του τύπου καυσίμου στη Radiant, αμερικανική εταιρεία αντιδραστήρων.
Το βασικό συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι ότι η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή δεν αλλάζει μόνο τις βραχυπρόθεσμες ισορροπίες στις αγορές ενέργειας, αλλά επιταχύνει και μια βαθύτερη στρατηγική μετατόπιση: την επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας ως εργαλείου ενεργειακής ασφάλειας, σταθερότητας τιμών και μεγαλύτερης ανεξαρτησίας από γεωπολιτικά ρίσκα.
