Κόντρα στη λήθη και υπέρ της έρευνας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα για τους αγνοούμενους: δεκάδες χιλιάδες πολίτες της Αργεντινής κατέκλυσαν τους δρόμους χθες Τρίτη, ανήμερα της 50ής επετείου του στρατιωτικού πραξικοπήματος που εγκαθίδρυσε τη δικτατορία 1976-1983, συμμετέχοντας σε πορείες που στοχεύουν να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη, αγώνας τον οποίο επανέφερε στο προσκήνιο η κυβέρνηση του προέδρου Χαβιέρ Μιλέι.
Η συγκέντρωση στο Μπουένος Άιρες αποτέλεσε μία από τις πιο πολυπληθείς των τελευταίων ετών. Το πυκνό πλήθος κατέκλυσε την πλατεία Μαΐου, λίγα μέτρα από την προεδρία, απλώθηκε σε γειτονικές λεωφόρους, σημείωσαν δημοσιογράφοι του Γαλλικού Πρακτορείου.
Φωνάζοντας «ποτέ ξανά», διαδηλωτές έφτασαν και από άλλες πόλεις στην πρωτεύουσα για την «ημέρα μνήμης για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη», που συντονίστηκαν από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνδικάτα, κοινωνικά κινήματα και κόμματα, κυρίως της κεντροαριστεράς κι της αριστεράς. Ορισμένες από τις συγκεντρώσεις έλαβαν χαρακτήρα αντιπολιτευτικής κινητοποίησης απέναντι στην κυβέρνηση του ακραίου φιλελεύθερου προέδρου Μιλέι.
«Πού είναι;» (οι αγνοούμενοι), «σ’ αναζητώ ακόμη», «η μνήμη είναι το μέλλον»: πλακάτ, πανό, μπαλόνια, μπλουζάκια, πελώριο λάβαρο πάνω από το πλήθος… πέρα από τα συνθήματα κυριαρχούσαν επίσης ασπρόμαυρες φωτογραφίες των εξαφανισμένων. Πρόσωπα καθαρά, νεανικά, με κομμώσεις της μόδας του 1970.
Το στρατιωτικό πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 1976 ανέτρεψε την εύθραυστη κυβέρνηση της Ισαβέλ Περόν, που δεν κατάφερε να επιβιώσει παρά μόλις 20 μήνες. Η χούντα εφάρμοσε συστηματική πολιτική φυλακίσεων και εξοντώσεων των πολιτικών της αντιπάλων ή όσων θεωρούσε σαν τέτοιους.
«Ήταν η πρώτη φορά που έφερα την κόρη μου, είναι 8 ετών. Ήρθαμε στην πορεία γιατί η μνήμη περνά από γενιά σε γενιά», είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο η Βερόνικα Κορονέλ, 40χρονη εκπαιδευτικός. «Οι μισοί από τους μαθητές μου κατανοούν την ιστορία της Αργεντινής, τη φρίκη που ζήσαμε· οι άλλοι μισοί όχι, και δεν τους ενδιαφέρει», συμπλήρωσε με θλίψη.
Στις αρχές Μαρτίου, η αναγνώριση των λειψάνων 12 αγνοουμένων στην Κόρδοβα, σε πρώην «ΜΚΚ» (μυστικό κέντρο κράτησης), μέσα από τα εκατοντάδες που υπήρχαν, ανέδειξε, μισό αιώνα μετά, πόσο επίπονο παραμένει το έργο που συνεχίζεται.
Η ταυτοποίηση των «κλεμμένων μωρών», παιδιών εξαφανισμένων κρατουμένων που δόθηκαν σε οικογένειες θεωρούμενες «φίλες» της χούντας, συνεχίζεται επίσης, όπως του «εγγονιού υπ’ αριθμόν 140», που ανακοινώθηκε τον Ιούλιο του 2025.
«Ακόμη αναζητούμε σχεδόν 300 άνδρες και γυναίκες η ταυτότητα των οποίων άλλαξε, πλαστογραφήθηκε, παιδιά που, χωρίς να το γνωρίζουν, βοήθησαν στην επιβολή “σιωπής” για την εξαφάνιση των γονιών τους», συμπύκνωσε χθες η Εστέλα ντε Καρλότο, στα 95 της πάντα εμβληματική «γιαγιά της πλατείας Μαΐου». Έχασε την κόρη της, αλλά «ανέκτησε» τον εγγονό της: ήταν το 114ο «εγγόνι» που ταυτοποιήθηκε.
Μέχρι σήμερα περισσότεροι από 1.200 άνθρωποι έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας, σε 361 ξεχωριστές δίκες. Πάνω από 300 ακόμη τέτοιες υποθέσεις εκκρεμοδικούν.
Οι εκδηλώσεις για την 50ή επέτειο όμως διεξήχθησαν σε κλίμα έντονης πόλωσης, αν όχι ανοιχτής πολιτικής σύγκρουσης, γύρω από το ζήτημα της μνήμης. Ο πρόεδρος Μιλέι, που ανέλαβε την εξουσία το 2023, αμφισβητεί ειδικά τον αριθμό που αποδέχονται οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ότι οι νεκροί και οι αγνοούμενοι ήταν 30.000.
Ο κ. Μιλέι επικαλείται 8.753 θύματα βασισμένος σε κατάλογο που συντάχθηκε το 1984, αμέσως μετά το τέλος της δικτατορίας. Παρότι η επιτροπή για τους εξαφανισθέντες (CONADEP), που πλέον δεν υφίσταται, διαβεβαίωνε πάντα ότι ο κατάλογος ήταν ανοικτός και θα αναπροσαρμοζόταν.
Ο αρχηγός του κράτους επιδιώκει να σπάσει όσα θεωρεί ταμπού, να αλλάξει το αφήγημα: προβάλλει τη «θεωρία των δύο δαιμόνων», λέει πως «γινόταν πόλεμος». Με άλλα λόγια εξισώνει de facto τη συστηματική εξόντωση αντιπάλων της χούντας με τις επιθέσεις οργανώσεων της άκρας αριστεράς τη δεκαετία του 1970.
Τμήμα της κυβέρνησης ασπάζεται θερμά αυτή τη μάχη, πολιτική και πολιτιστική, για την «πλήρη μνήμη», για να διασπάσει αυτή που βλέπει ως ηγεμονία της αριστεράς στη μνήμη. Χθες κυκλοφόρησε κυβερνητικό βίντεο που κατήγγειλε την ιστορία που «μετατρέπεται σε εργαλείο χειραγώγησης», κατηγορώντας τις δυνάμεις της αριστεράς για «ρεβανσισμό».
«Θα ήταν αφελές να νομίζουμε ότι το παρελθόν, η μνήμη, δεν θα μετατρεπόταν σε αντικείμενο πολιτικής σύγκρουσης», περίληψε μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο ο ιστορικός Φεδερίκο Λόπες.
Παρά τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, δημοσκόπηση του ινστιτούτου μελετών CELS έδειξε πως η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών της Αργεντινής (71%) έχει αρνητική άποψη για τη στρατιωτική δικτατορία και πολύ μικρό ποσοστό (7%) θετική. Το 70% επιθυμεί επιπλέον οι δίκες να συνεχιστούν. Ωστόσο, το 22% δήλωσε πως γνωρίζει «λίγα» πράγματα για εκείνη την περίοδο και το 6% «τίποτα».
