Το «κακό παιδί» του Χόλιγουντ, ο Νικ Νόλτε, ο σπουδαίος ηθοποιός που πολλοί πίστευαν ότι θα εξελισσόταν στον επόμενο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τα τελευταία χρόνια έχει μεταμορφωθεί σε έναν ηλικιωμένο που εντυπωσιάζει με την εκκεντρική και ατημέλητη εμφάνισή του, θυμίζοντας συχνά άστεγο ή ερημίτη που πνίγεται στις συμβάσεις του αμερικάνικου star system. Με τα ολόλευκα μαλλιά του αχτένιστα, τη γενειάδα του να ανεμίζει, το πρόσωπό του σημαδεμένο από τις καταχρήσεις να θολώνει τα γαλάζια μάτια του και φορώντας ρούχα από το καλάθι ή πιτζάμες, ο «Πρίγκιπας της Παλίρροιας» έχει αποκηρύξει τον τίτλο του γόη και του καρδιοκατακτητή. Γυρίζοντας την πλάτη στη λάμψη της κινηματογραφικής βιομηχανίας και στην εικόνα της ακμής του, όταν και είχε ανακηρυχθεί ο πιο σέξι άνδρας του κόσμου για το 1992.
Κουρασμένος από το Χόλιγουντ και τις απαιτήσεις μιας επιφανειακής ζωής, ο Νικ Νόλτε, κάτοχος μιας Χρυσής Σφαίρας, ενός ΕΜΥ και τριών υποψηφιοτήτων για Όσκαρ, δεν είναι τυχαίο που δήλωνε πρόσφατα: «Το Μαλιμπού είναι βαρετό. Αν ζήσεις εδώ καμιά δεκαριά χρόνια, σου λείπουν οι εποχές. Πενήντα χρόνια εδώ έχω ζήσει μόνο έναν παγετό».
Συμπληρώνοντας σήμερα τα 85 του χρόνια, ο Νικ Νόλτε διήνυσε μια ταραχώδη ζωή γεμάτη αξιοσημείωτες ερμηνείες σε σπουδαίες ταινίες, συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της σκηνοθεσίας και της υποκριτικής, ενώ ποτέ δεν έχασε τον τίτλο του «κακού παιδιού», τις περισσότερες φορές για τους σωστούς λόγους και άλλες για απαράδεκτες συμπεριφορές.
Ο Νικ Νόλτε γεννήθηκε στην Ομάχα της Νεμπράσκα στις 8 Φεβρουαρίου του 1941, γιος ενός αγρότη και μιας εμπόρου αντίκες, ενώ είχε και μια μεγαλύτερη αδελφή, στέλεχος του Ερυθρού Σταυρού. Θα ξεχωρίσει στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο ως μαθητής του Λυκείου Μπένσον, αλλά θα αποβληθεί επειδή έπινε κρυφά μπύρα στις προπονήσεις. Παρ’ όλα αυτά θα λάβει υποτροφία για το Pasadena City College το 1959, χάρη στις αθλητικές του επιδόσεις, ακόμη και στο μπάσκετ, αλλά οι κακοί βαθμοί θα βάλουν τέλος στις σπουδές του, για ν’ αρχίσει την καριέρα του στο θέατρο.
Παίρνοντας μαθήματα ηθοποιίας στο Pasadena Playhouse και στη φημισμένη Ακαδημία Stella Adler στο Λος Άντζελες, ο Νόλτε πέρασε αρκετά χρόνια ταξιδεύοντας σε όλη τη χώρα και δουλεύοντας σε περιφερειακά θέατρα. Για να τα βγάζει πέρα, θα δουλέψει και ως μοντέλο στα τέλη της δεκαετίας του ’60, σε διαφημίσεις αναδεικνύοντας το επιβλητικό κορμί του, αλλά κυρίως τα ξανθά μαλλιά του να ανεμίζουν.
Με εμφάνιση ζηλευτή, ο Νόλτε θα πρωταγωνιστήσει για πρώτη φορά στη μίνι τηλεοπτική σειρά «Rich Man, Poor Man», βασισμένη στο μπεστ σέλερ του Ίρβιν Σόου, το 1970, ανοίγοντας τον δρόμο για την κινηματογραφική του καταξίωση. Έχοντας συμμετάσχει σε πάνω από 40 ταινίες, θα κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1977 στην περιπέτεια «Ο Βυθός», ενώ τον επόμενο χρόνο θα έρθει η πρώτη σημαντική στιγμή στην καριέρα του, αν και ακόμη άγουρος, στο θρίλερ του σπουδαίου Κάρελ Ράιζ «Who’ll Stop the Rain».
Το 1982 έρχεται η πρώτη τεράστια εμπορική επιτυχία που τον καθιστά παγκοσμίως γνωστό, πρωταγωνιστώντας δίπλα στον Έντι Μέρφι στην αστυνομική και ζωντανή περιπέτεια «48 Ώρες», σε σκηνοθεσία του έμπειρου Γουόλτερ Χιλ. Θα ακολουθήσει η ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και χορταστική περιπέτεια «Αποστολή στη Νικαράγουα», όπου υποδύεται έναν φωτορεπόρτερ που μπαίνει στη φωτιά, με την Τζοάνα Κάσιντι και τον πάντα μαγνητικό Τζιν Χάκμαν στο πλευρό του.
Ξεπερνώντας εύκολα την αποτυχία του φιλόδοξου δράματος «Farewell to the King» του Τζον Μίλιους, γυρίζει το σίκουελ των «48 Ωρών», ενώ το 1990 θα πρωταγωνιστήσει στο εξαιρετικό αστυνομικό νεο-νουάρ του Σίντνεϊ Λιούμετ «Επικίνδυνες Ερωτήσεις, Θανάσιμες Απαντήσεις». Τον επόμενο χρόνο, θα πρωταγωνιστήσει σε τρεις μεγάλες καλλιτεχνικές και εμπορικές επιτυχίες που θα σημαδέψουν την πορεία του. Ο Μάρτιν Σκορσέζε τον καλεί να παίξει δίπλα στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο πλέον διάσημο θρίλερ «Ακρωτήρι του Φόβου», ενώ θα εμφανιστεί και στο υπέροχο αισθηματικό δράμα «Ο Πρίγκιπας της Παλίρροιας» δίπλα στην Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, που υπογράφει και τη σκηνοθεσία. Για την ερμηνεία του θα προταθεί για πρώτη φορά για Όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου. Την ίδια χρονιά θα παίξει και στο συγκινητικό δράμα «Λορέντζο», με τη Σούζαν Σάραντον, που θα κάνει εκατομμύρια θεατές να δακρύσουν.
Το 1994 θα συμπρωταγωνιστήσει με την «καυτή» τότε Τζούλια Ρόμπερτς στην αισθηματική κομεντί «Πρωτοσέλιδος Έρωτας», για τα μπερδέματα δυο δημοσιογράφων, που θα φέρουν και τον άγριο τσακωμό τους, λόγω της συμπεριφοράς του Νόλτε, ο οποίος θα ομολογήσει το λάθος του, αλλά θα χαρακτηρίσει την «Pretty Woman» «παλιοχαρακτήρα», προσθέτοντας ότι όλο το Χόλιγουντ το γνώριζε.
Αμέσως μετά θα πρωταγωνιστήσει στο ιστορικό βιογραφικό φιλμ του Τζέιμς Άιβορι «Ο Τζέφερσον στο Παρίσι» και το 1996 στο σκοτεινό αστυνομικό θρίλερ «Εντολή Εν Λευκό» του Λι Ταμαχόρι, με την Μέλανι Γκρίφιθ. Το 1997 θα πρωταγωνιστήσει στο αστυνομικό νουάρ «Η Θλίψη» και σε έναν χαρακτηριστικό ρόλο στο αριστουργηματικό φιλμ του Τέρενς Μάλικ «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή».
Το 1999 θα είναι σταθμός στην πορεία του, καθώς θα διαλύσει τις σχέσεις του με τον Σκορσέζε, παίρνοντας τη γενναία απόφαση να μη χειροκροτήσει στην αμφιλεγόμενη βράβευση του Ελία Καζάν από την Αμερικάνικη Ακαδημία, για την ντροπιαστική ενέργειά του να καταδώσει συναδέλφους την εποχή του μακαρθισμού. Ο ίδιος ο Κώστας Γαβράς, που είχε «στοχοποιηθεί» από τον Καζάν, είχε δηλώσει ότι «αν του είχε απομείνει λίγη αξιοπρέπεια θα έπρεπε να αρνηθεί το βραβείο». Ο Σκορσέζε, που θαύμαζε το έργο του Καζάν, δεν συγχώρεσε ποτέ τον Νόλτε, τον οποίο σκόπευε να χρησιμοποιήσει σε επόμενες ταινίες του. Χρόνια αργότερα, ο Νόλτε θα πει ότι δεν το μετάνοιωσε ποτέ, λέγοντας: «Υπάρχουν εκείνοι που το παίζουν καλοί και χειροκροτούν. Τους ξέρεις αυτούς τους τύπους – ο Σπίλμπεργκ, ο Τομ Χανκς – κάτι “καλά παιδιά” που δε θέλουν φασαρίες. Αλλά για τον Εντ Χάρις, για μένα και για μερικούς άλλους δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν υπήρχε περίπτωση να χειροκροτήσουμε…»
Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα, ο Νικ Νόλτε θα στραφεί κυρίως σε δεύτερους ρόλους και guest εμφανίσεις, αν και θα προλάβει να πρωταγωνιστήσει στο αξιόλογο αστυνομικό φιλμ του Νιλ Τζόρνταν «Ο Καλός Κλέφτης». Θα δανείσει επίσης τη βραχνή φωνή του σε αρκετά animation, ενώ θα κερδίσει εντυπώσεις και σε μικρούς ρόλους, όπως στα φιλμ «Ξενοδοχείο Ρουάντα», «Ταξίδι στην Αλαμπάμα» και «Ο Κανόνας της Σιωπής», στα δύο τελευταία δίπλα στον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.
Ο Νόλτε, που θα παντρευτεί τρεις φορές και θα αποκτήσει δυο παιδιά, δεν θα χάσει ποτέ τη φήμη του «κακού παιδιού», καθώς από τα νιάτα του είχε μπλεξίματα με τον νόμο, τις καταχρήσεις και την αντισυμβατική ζωή. Το 1961 θα καταδικαστεί για πώληση πλαστών ταυτοτήτων, με ποινή 45 ετών φυλάκισης, αλλά με αναστολή. Θα συλληφθεί αρκετές φορές για οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ή κατανάλωση αλκοόλ, το οποίο διακοπτόταν περιοδικά αλλά πάντα επανερχόταν. Όπως λέει, τα τελευταία χρόνια είναι «σχετικά καθαρός»…
Ο Νικ Νόλτε, που τον επόμενο χρόνο πιθανότατα θα τον δούμε σε δεύτερο ρόλο στο θρίλερ «Crime 101», πλέον δεν βλέπει ταινίες ή πηγαίνει στο θέατρο, αφού διοχετεύει το καλλιτεχνικό του πάθος στη μαρμαρογλυπτική, συνεχίζει να ζει στο Μαλιμπού και δηλώνει ότι η λέξη «απόσυρση» δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό του, καθώς, όπως λέει, «αν δεν ξέρεις τι θες να κάνεις, απλώς ξεκινάς».
