web analytics

Η ζωή του Mel Gibson: δόξα, αμφισβήτηση και νέο ξεκίνημα.

Λίγους μήνες πριν, ο άνθρωπος που μιλάμε πέρασε μέρες στο Άγιον Όρος, ίσως αναζητώντας έμπνευση, και λίγες εβδομάδες αργότερα τον είδαμε στη Ρώμη να απολαμβάνει παγωτό ενώ παράλληλα ερευνούσε τοποθεσίες για το θρησκευτικό έπος που ετοιμάζει, το σίκουελ του πολυσυζητημένου θρησκευτικού δράματος «Τα Πάθη του Χριστού». Φυσικά, πρόκειται για τον Μελ Γκίμπσον, έναν σταρ και ασυνήθιστα προικισμένο ηθοποιό και σκηνοθέτη, ο οποίος αν και έφτασε στα όρια της καταστροφής στη διαμάχη του με το Χόλιγουντ και τις αλόγιστες δηλώσεις του για τα αδιόρθωτα της κινηματογραφικής βιομηχανίας, κατάφερε να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή, αποδεικνύοντας ψυχικά αποθέματα ατσάλινα.

Βεβαίως, έπαιξε ρόλο και η συγκυρία, αφού ο Μελ Γκίμπσον στήριξε στις τελευταίες εκλογές τον Ντόναλντ Τραμπ, με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να τον ανταμείβει ανακηρύσσοντάς τον, μαζί με τους Γιον Βόιτ και Σιλβέστερ Σταλόνε, «ειδικούς πρεσβευτές» του Χόλιγουντ. Άλλωστε, ο διαχρονικός «Mαντ Μαξ» ποτέ δεν έκρυψε ότι είναι παραδοσιακός τύπος, που στάθηκε απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και τη νέα τάξη πραγμάτων, τον νεοφιλελευθερισμό και την «woke ατζέντα».

Όμως, ο τρελο-Μελ, όπως τον αποκαλούν οι φίλοι του, οι εχθροί του και όσοι νοσταλγούν το ντεμπούτο του στο σινεμά ως «Mad Max», είναι πολύ περισσότερα από τις συντηρητικές του πολιτικές απόψεις και την ταραγμένη ζωή του, αφού το ένστικτο του μεγάλου ηθοποιού τον έχει φέρει σε εμβληματικούς ρόλους πολύ μακριά από τον χαρακτήρα του, ενώ ως σκηνοθέτης μόνο συμβατικός δεν είναι.

Αύριο, ο τρελό-Μελ κλείνει τα 70 του χρόνια, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο σε όσους τον είδαν πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη -πώς πέρασαν 46 χρόνια;-, μπαίνοντας στο κλαμπ των γερασμένων σταρ, ως παππούς και πατέρας εννέα παιδιών. Άγνωστο πού θα γιορτάσει τα γενέθλιά του -ίσως σε κάποιο πλατό γυρισμάτων- και αν θα έχει δίπλα του τους ελάχιστους στενούς του φίλους, ανάμεσά τους τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, τον οποίο τον βγάλει από τον αλκοολισμό, δηλαδή το πάθος που μαστίζει και τον ίδιο για χρόνια, και την Τζόντι Φόστερ, που τον στήριξε στα δύσκολα όταν του είχαν κλείσει όλες οι πόρτες. Ίσως κάνει και έναν απολογισμό της πολυτάραχης ζωής και καριέρας του -και εμείς εδώ, συνοπτικά, κρατώντας τις απαραίτητες αποστάσεις.

Ο Μελ Κόλουμσιλ Τζέραρντ Γκίμπσον γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 3 Ιανουαρίου 1956, από γονείς ιρλανδοαμερικάνικης καταγωγής, ως το έκτο από τα έντεκα παιδιά τού Χάτον και της Αν Πατρίτσια, η μητέρα της οποίας γεννήθηκε στην Αυστραλία. Με καθολική μόρφωση, ο Μελ μετακομίζει με την οικογένειά του στο Σίδνεϊ το 1968, στην πατρίδα της γιαγιάς του, για να γλιτώσει ο μεγαλύτερος αδερφός του τη στράτευση στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Παράξενα, αυτή η μετακόμιση στην Αυστραλία θα αποδειχθεί η πιο τυχερή στιγμή της καριέρας του, αφού θα συναντήσει στον δρόμο του τον σκηνοθέτη ελληνικής καταγωγής Τζορτζ Μίλερ, που με την ορμή των νιάτων του ετοιμάζει μια ταινία που θα γράψει ιστορία. Έτσι, ο Γκίμπσον, αφού σπούδασε στο Εθνικό Ινστιτούτο Δραματικής Τέχνης στο Σίδνεϊ και έπαιξε σε θέατρο Σαίξπηρ, θα πάρει ουσιαστικά τον πρώτο του και μάλιστα πρωταγωνιστικό ρόλο στον κινηματογράφο στο «Mad Max», υποδυόμενος τον Μαξ Ροκατάνσκι, έναν χαρακτήρα που θα ενταχθεί γρήγορα στους θρυλικούς κινηματογραφικούς αντιήρωες.

Η μετα-αποκαλυπτική περιπέτεια, που θα μπορούσε εύκολα να καταλήξει σε φτηνιάρικο καλτ b-movie, μεταμορφώθηκε σε εμβληματικό φιλμ για τους ανήσυχους νέους όλου του κόσμου. Με τον τρελό-Μαξ να περιπλανιέται στωικά προς το έρεβος της ανθρώπινης φύσης, η ταινία σημείωσε τεράστια επιτυχία, και ο Γκίμπσον, με τη φωτογένεια και τον μαγνητισμό του, αναδείχθηκε στον πιο αγαπημένο αντιήρωα του σινεμά.

Κι αν η αμοιβή του περιορίστηκε στα 9.000 δολάρια, το φιλμ με τον πενιχρό προϋπολογισμό έφτασε να βγάλει πάνω από 100 εκατομμύρια στο Box Office, και το σημαντικότερο, ο κινηματογράφος απέκτησε έναν μεγάλο πρωταγωνιστή που θα φέρει δισεκατομμύρια στο Χόλιγουντ. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τη δεύτερη ταινία του, το εξαίσιο αντιπολεμικό δράμα «Καλλίπολη 1915» του Πίτερ Γουίαρ, σε διαφορετικό ρόλο, πολλοί χαρακτήρισαν τον Γκίμπσον ως τον νέο Στιβ ΜακΚουίν. Ίσως υπερβολικό, αλλά σίγουρα έφερε κάτι καινούργιο, με τη τρέλα του βλέμματός του, τη ζωώδη ενέργειά του, την πολύπλοκη εκφραστικότητά του.

Αμέσως μετά ξαναντύνεται «Mad Max» στο σίκουελ της δυστοπικής περιπέτειας, με ακόμη περισσότερη δράση και με τον τρελό-Μελ να μεταδίδει, με απαράμιλλη ερμηνεία, τον ηλεκτρισμό και την αγωνία της ταινίας του Μίλερ. Τον ίδιο χρόνο θα δώσει μια σημαντική ερμηνεία ως πολεμικός ανταποκριτής στο -κακώς παραγνωρισμένο- φιλμ του Γουίαρ «Επικίνδυνα Χρόνια», μια ωραία ρομαντική περιπέτεια με πολιτικές νύξεις για τον ρόλο των Αμερικανών στην εγκαθίδρυση δικτατοριών, με την Σιγκούρνι Γουίβερ στο πλευρό του.

Το 1984 έρχεται η πρώτη του πρωταγωνιστική εμφάνιση στο Χόλιγουντ στην πολυσυζητημένη πειρατική περιπέτεια «Η Ανταρσία του Μπάουντι» δίπλα στον Άντονι Χόπκινς, ενώ ξαναφοράει το κοστούμι του «Mad Max» ολοκληρώνοντας τον κύκλο των ταινιών του Μίλερ. Τον επόμενο χρόνο πρωταγωνιστεί στο αξιόλογο δράμα του Μαρκ Ράιντελ «Το Ποτάμι της Οργής» μαζί με την Σίσι Σπέισεκ.

Η καριέρα του απογειώνεται το 1987 όταν πρωταγωνιστεί στην πρώτη ταινία του δημοφιλούς φραντσάιζ «Φονικό Όπλο», στο πλευρό του έμπειρου Ντάνι Γκλόβερ και υπό τη σκηνοθεσία του ικανότατου Ρίτσαρντ Ντόνερ. Μια δράσης παραγωγή όπου ο τρελός χαρακτήρας που υποδύεται ο Γκίμπσον κυριαρχεί, θα έχει τρεις συνέχειες και θα αποφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στους παραγωγούς, καθιστώντας τον τρελό-Μελ τον πιο εμπορικό σταρ του Χόλιγουντ.

Το 1995 είναι η χρονιά που θα τον καθιερώσει και ως σημαντικό σκηνοθέτη, αφού παρουσιάζει το εξαιρετικό ιστορικό δράμα «Braveheart», απεικονίζοντας εντυπωσιακά τη ζωή του Σκοτσέζου επαναστάτη Ουίλιαμ Ουάλας και τον αγώνα για ανεξαρτησία από τους Άγγλους. Ο Γκίμπσον θα κερδίσει δύο Όσκαρ, σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίας, αφού ήταν και παραγωγός της τρίωρης επικής παραγωγής.

Συνεχίζοντας να παίζει σε ταινίες, μεταξύ των οποίων τα συμπαθή «Ανοιχτοί Λογαριασμοί», «Μάβερικ» και «Πατριώτης», θα κάνει και τη δεύτερη σκηνοθετική του απόπειρα με την έντονα αγωνιώδη περιπέτεια «Apocalypto», μεταφέροντας τη δράση στην εποχή των Μάγια, ενώ θα ακολουθήσει η αμφιλεγόμενη και βίαιη ταινία «Τα Πάθη του Χριστού», που θα προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, κυρίως από την εβραϊκή κοινότητα.

Ακριβώς εκείνη την περίοδο, με δηλώσεις του εναντίον των Εβραίων και του συστήματος εξουσίας της κινηματογραφικής βιομηχανίας, θα μπει στη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ, κάτι που θα επιδεινώσει και η καταγγελία της τότε συντρόφου του Οξάνα Γκριγκόριεβα για κακομεταχείριση. Για σχεδόν δέκα χρόνια ο Γκίμπσον θα βρεθεί στα αζήτητα, παρότι ζήτησε συγγνώμη για τις δηλώσεις του, που απέδωσε στον αλκοολισμό του. Μόνο η Τζόντι Φόστερ θα του δώσει μια χείρα βοηθείας, προσφέροντάς του τον πρωταγωνιστικό ρόλο ενός αλκοολικού στο δράμα «The Beaver».

Το 2016 θα επιστρέψει, σκηνοθετώντας το αντιπολεμικό δράμα «Αντιρρησίας Συνείδησης», φτάνοντας μέχρι τα Όσκαρ, αφού προτάθηκε για το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας. Η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη και, πέρα από μεμονωμένες εξαιρέσεις όπως «Τα Δύο Πρόσωπα του Νόμου» και «Ο Καθηγητής και ο Τρελός» (όχι, εδώ ο τρελός είναι ο Σον Πεν), ο Γκίμπσον θα περιοριστεί σε περιπέτειες β’ διαλογής, από γκεστ έως συμπρωταγωνιστής, μαζεύοντας χρήματα για τα φιλόδοξα σχέδιά του. Όπως το ριμέικ της «Άγριας Συμμορίας» του Πέκινπα, που μάλλον έχει ναυαγήσει, και το σίκουελ των «Παθών του Χριστού», που ίσως δούμε του χρόνου.

Ο Μελ Γκίμπσον, πλέον 70άρης, αν και δείχνει ότι δύσκολα θα ωριμάσει ποτέ, το βέβαιο είναι ότι δεν θα πάψει να μας εκπλήσσει -αρνητικά ή θετικά. Ελπίζουμε να μας εκπλήξει θετικά και να ξεδιπλώσει το ταλέντο του είτε πίσω από τις κάμερες είτε μπροστά τους, με τη φλογερή ματιά του. Ένα είναι σίγουρο: θα παραμείνει για πάντα ο αγαπημένος μας τρελό-Μελ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *