Των Holger Schmieding, Felix Schmidt και Andrew Wishart
Η σύγκρουση με το Ιράν και η αναταραχή στα Στενά του Ορμούζ επαναφέρουν στο προσκήνιο το παλιό, πάντα όμως κρίσιμο, ερώτημα για τις οικονομίες της Δύσης: πόσο γρήγορα μεταδίδεται ένα ενεργειακό σοκ από την αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου στην ανάπτυξη, στον πληθωρισμό και, εν τέλει, στο εισόδημα των νοικοκυριών.
Σε ανάλυσή της με ημερομηνία 6 Μαρτίου, η Berenberg επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα η παγκόσμια οικονομία είχε επηρεαστεί περιορισμένα από τις γεωπολιτικές εντάσεις του 2026· ωστόσο, ο πόλεμος με το Ιράν ουσιαστικά έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, αυξάνοντας τον κίνδυνο να μην μπορεί να παραδοθεί στους πελάτες του ένα σημαντικό μέρος της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και LNG. Η ίδια έκθεση τονίζει ότι οι τιμές είχαν ήδη κινηθεί στα 85 δολάρια το βαρέλι για το πετρέλαιο και στα 51 ευρώ ανά MWh για το LNG, επίπεδα που, σύμφωνα με την τράπεζα, εξακολουθούν να βρίσκονται χαμηλότερα από εκείνα που θα μπορούσαν να προκύψουν σε περίπτωση παρατεταμένου αποκλεισμού.
Η Berenberg διαμορφώνει δύο βασικά σενάρια. Στο ηπιότερο, που αποτελεί και το βασικό της σενάριο, εκτιμά ότι η διατάραξη θα είναι βραχύβια, με τα Στενά να ανοίγουν ξανά έως το τέλος Μαρτίου και τις τιμές ενέργειας να υποχωρούν σταδιακά προς τα προπολεμικά επίπεδα από το δεύτερο τρίμηνο και μετά. Στο δυσμενές σενάριο, αντίθετα, υποθέτει ότι ο αποκλεισμός θα διαρκέσει έξι μήνες, με το πετρέλαιο να εκτοξεύεται στα 120 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο στα 90 ευρώ ανά MWh, πριν ξεκινήσει η αποκλιμάκωση στις αρχές του 2027.
Το πρώτο συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι ακόμα και μια σύντομη ενεργειακή διατάραξη αρκεί για να μειώσει τις προβλέψεις ανάπτυξης και να ενισχύσει τις εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό. Στο βασικό σενάριο, οι ΗΠΑ βλέπουν την ανάπτυξη του 2026 να υποχωρεί στο 2% από 2,1% πριν τον πόλεμο, ενώ ο πληθωρισμός ανεβαίνει στο 3% από 2,8%. Για την Ευρωζώνη, η ανάπτυξη περιορίζεται στο 1,1% από 1,3%, ενώ ο πληθωρισμός ανεβαίνει στο 2,1% από 1,8%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ανάπτυξη υποχωρεί στο 0,8% από 0,9% και ο πληθωρισμός στο 2,5% από 2,4%. Τα μεγέθη αυτά απεικονίζονται και στο διάγραμμα της πρώτης σελίδας της έκθεσης.
Η μεγαλύτερη ανησυχία προέρχεται φυσικά από το δυσμενές σενάριο. Εκεί η Berenberg εκτιμά ότι η ανάπτυξη των ΗΠΑ θα υποχωρούσε στο 1,8% το 2026, με τον πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 3,5%. Στην Ευρωζώνη, το σοκ είναι πολύ σφοδρότερο: η ανάπτυξη βυθίζεται στο 0,7% και ο πληθωρισμός ανεβαίνει στο 3,1%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ανάπτυξη περιορίζεται στο 0,6%, ενώ ο πληθωρισμός φθάνει το 3%. Το σχετικό διάγραμμα και ο συγκεντρωτικός πίνακας προβλέψεων της τράπεζας δείχνουν σαφώς ότι η Ευρωζώνη και η Βρετανία εμφανίζονται πιο ευάλωτες από τις ΗΠΑ σε μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση.
Η εξήγηση που δίνει η τράπεζα είναι ότι, παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη και η Βρετανία δεν εξαρτώνται άμεσα όσο η Ασία από τον Κόλπο, λειτουργούν εντός μιας παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Η Berenberg σημειώνει ότι περίπου το 12% των εισαγωγών πετρελαίου της ΕΕ και το 6% των εισαγωγών LNG προέρχονται από τη Μέση Ανατολή. Εάν όμως φορτία που συνήθως κατευθύνονται προς την Ασία δεν μπορούν να εξέλθουν από τον Κόλπο, η πρόσθετη ζήτηση στην παγκόσμια αγορά τραβά προς τα πάνω τις τιμές για όλους, ακριβώς τη στιγμή που η Ευρώπη προσπαθεί να επαναγεμίσει τις αποθήκες αερίου για τον επόμενο χειμώνα.
Η τράπεζα εξηγεί επίσης γιατί τα Στενά του Ορμούζ θεωρούνται τόσο κρίσιμο σημείο για την παγκόσμια οικονομία. Σύμφωνα με την ανάλυση στη δεύτερη σελίδα, ένα ουσιαστικό κλείσιμο του περάσματος θα αφαιρούσε από την αγορά περίπου το 19% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και περίπου το 20% του LNG. Δεδομένου ότι τόσο η ζήτηση όσο και η προσφορά ενέργειας είναι βραχυπρόθεσμα ανελαστικές, ακόμα και μια μεγάλη αλλά προσωρινή μείωση της διαθέσιμης προσφοράς μπορεί να προκαλέσει απότομο άλμα τιμών.
Για την Ευρωζώνη ειδικότερα, η Berenberg εκτιμά ότι στο δυσμενές σενάριο το σοκ θα συνοδεύεται και από χαρακτηριστικά στασιμοπληθωρισμού. Επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις και η απώλεια αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών θα μπορούσαν να οδηγήσουν την ανάπτυξη σε στασιμότητα κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 2026, με κίνδυνο ακόμα και οριακής συρρίκνωσης. Παράλληλα, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να πλησιάσει το 4% το καλοκαίρι του 2026, προτού αρχίσει να αποκλιμακώνεται αργότερα.
Στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής, η έκθεση εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα βρεθεί σε δύσκολη στάση. Παρά την άνοδο του πληθωρισμού, η Berenberg θεωρεί πιθανότερο η ΕΚΤ να διατηρήσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2% ακόμα και στο δυσμενές σενάριο, διότι θα είναι δύσκολο να σφίξει την πολιτική της ενώ η οικονομία παραπαίει. Για το Ηνωμένο Βασίλειο, η τράπεζα εκτιμά ότι σε περίπτωση παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης η Τράπεζα της Αγγλίας θα καθυστερούσε τις μειώσεις επιτοκίων κατά έναν χρόνο, καθώς ο πληθωρισμός θα παρέμενε στο 3% σε όλη τη διάρκεια του 2026.
Για τις ΗΠΑ, η εικόνα είναι σχετικά πιο ήπια όσον αφορά την ανάπτυξη, καθώς η χώρα είναι καθαρός εξαγωγέας ενέργειας. Ωστόσο, η Berenberg προειδοποιεί ότι οι υψηλότερες τιμές στα καύσιμα θα εξανεμίσουν μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και θα εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Στο δυσμενές σενάριο, μάλιστα, η τράπεζα προβλέπει τον πληθωρισμό να κινείται προς το 4%, δημιουργώντας δύσκολα διλήμματα για τη Fed.
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι το οικονομικό αποτέλεσμα θα διαμορφωθεί κυρίως από τη διάρκεια της ενεργειακής διαταραχής. Εάν η κρίση αποκλιμακωθεί γρήγορα, το πλήγμα σε ανάπτυξη και τιμές θα είναι διαχειρίσιμο. Εάν όμως το Ορμούζ παραμείνει εκτός λειτουργίας για μήνες, τότε η Ευρωζώνη και το Ηνωμένο Βασίλειο θα βρεθούν αντιμέτωπα με σαφώς πιο αδύναμη ανάπτυξη, υψηλότερο πληθωρισμό και καθυστέρηση στη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Αυτό ακριβώς είναι και το κεντρικό εύρημα του σεναριακού τεστ της Berenberg.
* Οι Holger Schmieding είναι επικεφαλής οικονομολόγος και ανώτατοι οικονομολόγοι της γερμανικής τράπεζας Berenberg για τους πελάτες. Η ανάλυση αποτελεί σύνοψη εκτενέστερης ανάλυσης της Berenberg για τους πελάτες. Την ανάλυση συνυπογράφουν οι Holger Schmieding, Felix Schmidt και Andrew Wishart (οικονομολόγοι της Berenberg)
