Η ευρωπαϊκή οικονομία δέχεται ασφυκτικές πιέσεις, καθώς η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή προκαλεί βίαιες αναταράξεις στις αγορές ενέργειας και τα χρηματιστήρια. Το κλείσιμο των Στενών του Χορμούζ και η αιφνίδια διακοπή της παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από την QatarEnergy πυροδότησαν νέο ράλι τιμών, επαναφέροντας εφιάλτες της ενεργειακής κρίσης του 2022.
Η τιμή αναφοράς του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου, το ολλανδικό TTF, εκτοξεύθηκε ενδοσυνεδριακά άνω του 33%, φτάνοντας τα 59,445 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Πρόκειται για το υψηλότερο σημείο από τον Φεβρουάριο του 2023, αντικατοπτρίζοντας την έντονη ανησυχία για την επάρκεια εφοδιασμού της Γηραιάς Ηπείρου. Παρά την ήπια υποχώρηση στη συνέχεια, η αγορά παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, με την άνοδο να σταθεροποιείται άνω του 23%.
Ταυτόχρονα, το επενδυτικό κλίμα επιδεινώνεται ραγδαία, με τους επενδυτές να προχωρούν σε μαζικές ρευστοποιήσεις. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 υποχώρησε κατά 1,3%, διολισθαίνοντας στις 615,72 μονάδες. Οι κλάδοι που δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις είναι:
Τράπεζες: Πτώση 2,6% λόγω φόβων για επιβράδυνση της οικονομίας.
Εταιρείες Κοινής Ωφέλειας: Απώλειες 2,6% εξαιτίας του αυξημένου ενεργειακού κόστους.
Ενεργειακός Τομέας: Ο μοναδικός κλάδος που καταγράφει οριακά κέρδη, ωφελούμενος από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Η κατάσταση προκαλεί προβληματισμό και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Ο επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας, Φίλιπ Λέιν, προειδοποίησε ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «τροχοπέδη» για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης, ασκώντας παράλληλα νέες πληθωριστικές πιέσεις που θα πλήξουν το κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών.
