web analytics

DBRS: Πίεση από τη Μέση Ανατολή σε ελληνικές τράπεζες, ναυτιλία, τουρισμό

Η κρίση στη Μέση Ανατολή γεννά συνέπειες για τις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες, τη ναυτιλία και τον τουρισμό, σύμφωνα με φρέσκια ανάλυση της Morningstar DBRS, με την Ελλάδα να καταγράφει μεγαλύτερη αντοχή στο άμεσο διάστημα και την Κύπρο να εμφανίζει υψηλότερη ευαλωτότητα. Ο οίκος τονίζει ότι οι δύο οικονομίες παραμένουν εκτεθειμένες διότι ο τουρισμός και η ναυτιλία διατηρούν δυσανάλογα μεγάλο βάρος στην παραγωγική τους δομή.

Για την Ελλάδα, η έκθεση εστιάζει πρώτα στην υψηλή σημασία των δύο κλάδων. Το υδάτινο μεταφορικό έργο αντιπροσώπευε το 2023 το 2,3% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, ενώ τα ξενοδοχεία και η εστίαση το 2024 το 7,3%, ποσοστά εμφανώς υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα αναταραχή στα ενεργειακά, στις αερομεταφορές και στις θαλάσσιες οδούς μεταδίδεται ταχύτερα στην πραγματική οικονομία.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως σημειώνει η DBRS, έχει ήδη λάβει μέρος της πίεσης στις μακροοικονομικές της προβολές, μειώνοντας την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2026 στο 1,9% από το 2,1% που προέβλεπε τον Ιανουάριο. Η αναθεώρηση δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα ανθεκτικότητας, αλλά δείχνει ότι το εξωτερικό σοκ έχει ήδη αρχίσει να αποτιμάται στους υπολογισμούς για την ελληνική οικονομία.

Στο ναυτιλιακό σκέλος, η ενδεχόμενη παράλυση των Στενών του Ορμούζ και οι νέες διαταραχές στις θαλάσσιες διαδρομές αυξάνουν το κόστος για δεξαμενόπλοια και containerships. Η αναδρομολόγηση μέσω Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, η αυξημένη κατανάλωση καυσίμων και τα ενισχυμένα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου ωθούν τα ναύλα υψηλότερα, αλλά συγχρόνως συμπιέζουν τα λειτουργικά περιθώρια. Η DBRS επισημαίνει ότι διαθέσιμα δεδομένα παρακολούθησης πλοίων δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της κίνησης στον διάδρομο αυτό αφορά ελληνόκτητα πλοία.

Η πίεση δεν περιορίζεται στη διεθνή ναυτιλία. Ο Πειραιάς έχει ήδη υποστεί δυσανάλογο πλήγμα από τη μετατόπιση γραμμών μεταφόρτωσης προς δυτικότερα λιμάνια. Ο οίκος αναφέρει ότι η διακίνηση μειώθηκε περίπου κατά 13% στο πρώτο εξάμηνο του 2024 και ότι το λιμάνι υποχώρησε το 2025 από την τέταρτη στην έκτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών λιμανιών εμπορευματοκιβωτίων. Η εκτίμηση είναι ότι όσο η παράκαμψη της Ερυθράς Θάλασσας παραμένει ο νέος κανόνας, οι απώλειες όγκων για τα ανατολικά και κεντρικά μεσογειακά λιμάνια δύσκολα θα ανακτηθούν.

Αντίθετα, η επιβατική θαλάσσια κίνηση στην Ελλάδα εμφανίζεται μέχρι στιγμής πιο προστατευμένη, επειδή οι εγχώριες και οι βραχείες γραμμές επηρεάζονται λιγότερο από τη γεωπολιτική αναταραχή. Η DBRS εκτιμά ότι ο κίνδυνος για την ακτοπλοΐα και την κρουαζιέρα παραμένει περιορισμένος, εκτός αν η κρίση εξαπλωθεί μαζικά στη ζήτηση για τουρισμό ή αν αυξηθεί αισθητά το κόστος ναυτιλιακών καυσίμων.

Στον τουρισμό, ο οίκος διακρίνει ευρύτερη πίεση εξαιτίας κλειστών εναέριων χώρων, μεγαλύτερων χρόνων πτήσης, ακριβότερων καυσίμων και ενισχυμένης επιχειρησιακής αβεβαιότητας για τις αεροπορικές εταιρείες. Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν καταγράψει τα τελευταία χρόνια ιστορικά υψηλές αφίξεις, όμως η μετάδοση του σοκ δεν είναι όμοια. Για την Ελλάδα, η αγορά θεωρείται πιο διαφοροποιημένη ως προς τις χώρες προέλευσης, ενώ διατηρείται και το ενδεχόμενο να απορροφήσει μέρος της ζήτησης που απομακρύνεται από πιο κοντινούς προς τη σύγκρουση προορισμούς, εφόσον δεν επιταχυνθεί ο πληθωρισμός και η χώρα παραμείνει εκτός της ίδιας της σύγκρουσης.

Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα και με τις τράπεζες. Με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, τα δάνεια των ελληνικών τραπεζών προς μεταφορές και αποθήκευση αντιπροσώπευαν το 19,8% των επιχειρηματικών χορηγήσεων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις στο τέλος του 2025, έναντι 5,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντίστοιχα, η έκθεση σε καταλύματα και υπηρεσίες εστίασης ήταν 11,1%, επίσης εμφανώς υψηλότερη από το 2,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ωστόσο, η DBRS θεωρεί ότι η ελληνική πλευρά διαθέτει ορισμένα μαξιλάρια. Τα ναυτιλιακά χαρτοφυλάκια είναι πιο διεθνοποιημένα και συνήθως εξασφαλισμένα με περιουσιακά στοιχεία, ενώ η έκθεση επικεντρώνεται κυρίως σε tankers και bulk carriers και λιγότερο στα πιο ευμετάβλητα containerships και στα επιβατηγά. Η προσωρινή άνοδος των ναύλων και η επιμήκυνση των διαδρομών μπορούν, στο αρχικό στάδιο, να ενισχύσουν τις ταμειακές ροές των πλοιοκτητών και κατά συνέπεια την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους τους. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες επιδεικνύουν ισχυρότερη βραχυπρόθεσμη ανθεκτικότητα, χωρίς αυτό να αναιρεί τον αυξημένο κίνδυνο αν η κρίση παραταθεί.

Η έκθεση μεταφέρει το κέντρο βάρους στην Κύπρο αμέσως μετά την Ελλάδα, καταγράφοντας σαφώς πιο άμεσους κινδύνους. Η γεωγραφική εγγύτητα προς τις ζώνες έντασης λειτουργεί επιβαρυντικά τόσο για την τουριστική ψυχολογία όσο και για την αεροπορική συνδεσιμότητα. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει ήδη μειώσει την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2026 κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, στο 2,7%, με βασικό σενάριο ότι η σύγκρουση θα διαρκέσει δύο μήνες και στη συνέχεια θα ακολουθήσει σταδιακή αποκλιμάκωση.

Η κυπριακή οικονομία παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερη σχετική βαρύτητα του τουρισμού και υψηλή εξάρτηση από αεροπορικές αφίξεις. Η DBRS τονίζει ότι, παρότι οι αφίξεις είναι γενικά διαφοροποιημένες, η Κύπρος έχει μεγαλύτερη εξάρτηση από το Ισραήλ, γεγονός που αυξάνει την πίεση λόγω ακυρώσεων και περιορισμών πτήσεων. Ήδη, όπως αναφέρει, υπάρχουν πρώιμες ενδείξεις πιο έντονης επιβράδυνσης της ταξιδιωτικής ζήτησης και υψηλότερων ποσοστών ακυρώσεων.

Η έκθεση αυτή μεταφέρεται κατευθείαν και στις κυπριακές τράπεζες. Τα δάνεια προς καταλύματα και εστίαση αντιπροσώπευαν το 21,2% των επιχειρηματικών χορηγήσεων στο τέλος του 2025, σχεδόν διπλάσια από το αντίστοιχο ποσοστό των ελληνικών τραπεζών. Αν υπάρξει διατηρήσιμη κάμψη στον τουρισμό, η επίπτωση δεν θα περιοριστεί στις ξενοδοχειακές και ταξιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά θα διαχυθεί στις μικρομεσαίες εταιρείες, στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στις τιμές ακινήτων, πιέζοντας ταχύτερα την ποιότητα ενεργητικού.

Παρά τους κινδύνους, η DBRS δεν υιοθετεί δραματικό τόνο για το τραπεζικό σύστημα. Υπογραμμίζει ότι η ποιότητα ενεργητικού έχει βελτιωθεί αισθητά σε Ελλάδα και Κύπρο και ότι οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων στους πιο εκτεθειμένους κλάδους παραμένουν χαμηλοί. Στις μεταφορές και αποθήκευση οι δείκτες ήταν σχεδόν μηδενικοί στο τέλος του 2025 και στις δύο χώρες, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Στη διαμονή και εστίαση ο δείκτης ήταν 2,1% για την Ελλάδα και 0,7% για την Κύπρο, επίσης χαμηλότερα από το ευρωπαϊκό 5%.

Ο οίκος προσθέτει ότι και τα δύο τραπεζικά συστήματα διατηρούν κερδοφορία πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η κεφαλαιακή βάση των κυπριακών τραπεζών χαρακτηρίζεται ισχυρότερη, ενώ των ελληνικών κινείται περίπου στα επίπεδα του εύρωστου ευρωπαϊκού μέσου όρου. Με άλλα λόγια, η αφετηρία είναι καλύτερη σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις, αλλά το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης.

Το βασικό μήνυμα της DBRS είναι ότι η νέα γεωπολιτική κρίση δεν πλήττει ομοιόμορφα την περιοχή. Η Ελλάδα δέχεται πίεση μέσω ναυτιλίας, λιμένων, τουρισμού και τραπεζικών εκθέσεων, αλλά διαθέτει περισσότερους μηχανισμούς απορρόφησης στο άμεσο διάστημα. Η Κύπρος, αντιθέτως, εμφανίζεται πιο εκτεθειμένη εξαιτίας της εγγύτητας στη σύγκρουση και της μεγαλύτερης εξάρτησης από τον τουρισμό. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, πάντως, η ναυτιλία, ο τουρισμός και οι τράπεζες παραμένουν οι τρεις βασικοί δίαυλοι μέσω των οποίων η Μέση Ανατολή μπορεί να περάσει πιο έντονα στην οικονομία της Ανατολικής Μεσογείου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *