Η Ελλάδα δεν εισάγει φυσικό αέριο από την περιοχή του Κόλπου, επομένως δεν προκύπτει ζήτημα επάρκειας της αγοράς λόγω των εξελίξεων στην περιοχή. Ωστόσο η αγορά φυσικού αερίου είναι διεθνής και οι τιμές επηρεάζονται για όλους. Η παράταση του πολέμου για περισσότερους μήνες θα ήταν αρνητική εξέλιξη για την αγορά.
Το επισήμαναν χθες πηγές της διοίκησης του ΔΕΣΦΑ, ενώ για τις δραστηριότητες του διαχειριστή στο Κουβέιτ σημείωναν ότι συνεχίζονται απρόσκοπτα, αφού δεν έχει διακοπεί η λειτουργία του τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στη χώρα. Παράλληλα, η επικοινωνία με τους εργαζόμενους εκεί, τις αρμόδιες αρχές και την ελληνική πρεσβεία είναι καθημερινή. Υπενθυμίζεται ότι ο ΔΕΣΦΑ έχει αναλάβει την παροχή υπηρεσιών λειτουργίας και συντήρησης του σταθμού στη χώρα, ο οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερους σταθμούς αποθήκευσης και επαναεριοποίησης LNG στον κόσμο.
Σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στον κάθετο διάδρομο εφοδιασμού της Ανατολικής Ευρώπης με φυσικό αέριο μέσω Ελλάδας, οι ίδιες πηγές σημείωναν ότι αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα προοπτική τόσο για τη χώρα όσο και για τον διαχειριστή. «Αποτελεί», υπογράμμιζαν, «ευκαιρία για εξαγωγές και για να υποστηρίξουμε το στόχο υποκατάστασης του ρωσικού αερίου, αξιοποιώντας τη γεωγραφική θέση της χώρας που αποτελεί πύλη εισόδου για την Ανατολική Ευρώπη».
Πρόσθεταν ωστόσο ότι θα χρειαστεί χρόνος για να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες προσαρμογές από τους αντίστοιχους διαχειριστές των συστημάτων φυσικού αερίου στις χώρες της περιοχής, μέχρι την Ουκρανία, σε συμμόρφωση με τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Οι προσαρμογές θα γίνουν σταδιακά, με σκοπό η εν λόγω όδευση να καταστεί πιο ανταγωνιστική για τους χρήστες του διαδρόμου. Σε κάθε περίπτωση, αν η διακοπή του εφοδιασμού της ΕΕ με ρωσικό αέριο αποτελεί κοινό στόχο της ΕΕ και των ΗΠΑ, η υλοποίησή του προϋποθέτει την αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων οδών εφοδιασμού των χωρών της περιοχής, καθώς η δυναμικότητα των αγωγών από βορρά (Γερμανία, Πολωνία) δεν επαρκεί για την κάλυψη της ζήτησης.
Οι ίδιες πηγές τόνιζαν ότι ανάλογα με τις εξελίξεις στην αγορά της ευρύτερης περιοχής της ΝΑ Ευρώπης, ενδέχεται να χρειαστούν άλλο ένα ή δύο τερματικά υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ελλάδα, επιπλέον των δύο που ήδη λειτουργούν στη Ρεβυθούσα και την Αλεξανδρούπολη. Όπως ανέφεραν, ο διαχειριστής θα συνεργαστεί με κάθε ενδιαφερόμενο επενδυτή.
Τέλος, για την πράσινη μετάβαση, η εκτίμηση του ΔΕΣΦΑ είναι ότι δεν θα συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά σταδιακά. «Το μείγμα θα μεταβάλλεται σταδιακά, καθώς η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται λόγω της ψηφιοποίησης. Δεν μπορούμε να καλύψουμε τη ζήτηση από μία μόνο πηγή, το αέριο θα παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα».
