Των Martin Bijsterbosch, Diego Moccero, Daphne Momferatou, Marta Rodríguez Vives και Giacomo Pongetti*
Μετά από δέκα χρόνια ανάκαμψης, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να γεννά καίρια ερωτήματα: διαθέτουν οι τράπεζες την απαιτούμενη ισχύ για να στηρίξουν δυναμικά την οικονομία; Πώς θα κλείσει η ψαλίδα στο επίπεδο διαβίωσης; Το παρόν κείμενο διερευνά τα επιτεύγματα, τις προκλήσεις και τα διδάγματα της Ελλάδας καθώς κινείται από την κρίση στην ανάκαμψη και την ανθεκτικότητα.
Η Ελλάδα αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα μιας από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις, αλλά και μιας από τις πιο εντυπωσιακές ανακάμψεις στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Συνέπεια λαθών του παρελθόντος, το 2010 βρέθηκε αντιμέτωπη με απότομη συρρίκνωση του ΑΕΠ, εκτίναξη της ανεργίας και σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους. Ακολούθησε δεκαετία επίπονης προσαρμογής με προγράμματα μακροοικονομικής προσαρμογής, δημοσιονομική εξυγίανση και εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Σήμερα, η ελληνική οικονομία εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Το ερώτημα είναι εάν η χώρα έχει ξεπεράσει οριστικά την κρίση. Κομβικός παραμένει ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος: έχει αποκατασταθεί πλήρως η ικανότητά του να χρηματοδοτεί την πραγματική οικονομία; Και, προπάντων, έχει μετασχηματιστεί επαρκώς το αναπτυξιακό πρότυπο ώστε να διασφαλιστεί η σύγκλιση του επιπέδου διαβίωσης με τον μέσο όρο της ευρωζώνης;
Ο τραπεζικός τομέας έχει ανακάμψει σημαντικά σε σύγκριση με την περίοδο της κρίσης. Τότε, είχε πληγεί από ζημίες σε κρατικά ομόλογα, αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και εκροές καταθέσεων. Στη συνέχεια, ενισχύθηκαν τα κεφάλαια των τραπεζών, εξυγιάνθηκαν οι ισολογισμοί τους και ενδυναμώθηκε η εποπτεία.
Κομβική ήταν η συμβολή του «Ηρακλή», μέσω του οποίου τιτλοποιήθηκαν και μεταβιβάστηκαν περίπου 57 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων έως το 2025. Με τη σταθεροποίηση των μακροοικονομικών συνθηκών και την επιστροφή της εμπιστοσύνης, οι τράπεζες βελτίωσαν τη ρευστότητα, την κερδοφορία και την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Συγχωνεύσεις, όπως εκείνη της Παγκρήτιας Τράπεζας με την Attica Bank, συνέβαλαν επιπλέον στην αναδιάρθρωση του κλάδου.
Ως αποτέλεσμα, οι τράπεζες χρηματοδοτούν ξανά νοικοκυριά και επιχειρήσεις, στηρίζοντας την επενδυτική δραστηριότητα. Η πιστωτική επέκταση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ενισχύθηκε, ενώ και η στεγαστική πίστη ανακάμπτει. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι τα πιστωτικά κριτήρια για μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν χαλαρώσει περισσότερο σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η πρόσβαση των πολύ μικρών επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση βελτιώθηκε σε σχέση με το 2019, αν και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς λόγω υψηλότερου κινδύνου, περιορισμένων εξασφαλίσεων και υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Η πρόοδος αυτή απλώνεται σε ευρύ φάσμα κλάδων, υποδηλώνοντας μια πιο ισόρροπη ανάκαμψη. Συνέβαλαν η γενικότερη οικονομική βελτίωση, η μείωση του κόστους κινδύνου, η ενίσχυση των ισολογισμών των τραπεζών και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ωστόσο, σημαντικό μέρος του ιδιωτικού χρέους έχει μεταφερθεί εκτός τραπεζικού συστήματος. Έως το τέλος του 2024, το μεγαλύτερο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων βρισκόταν σε επενδυτικά σχήματα του εξωτερικού και διαχειριζόταν από εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, αντιστοιχώντας περίπου στο ένα τρίτο του ΑΕΠ. Η διαχείριση αυτού του όγκου προβληματικών δανείων παραμένει σύνθετη πρόκληση.
Η χώρα έχει θεσπίσει νέο πτωχευτικό πλαίσιο και ηλεκτρονικές διαδικασίες πλειστηριασμών, ωστόσο η πρόοδος είναι βραδύτερη του αναμενομένου. Θεσμικά και λειτουργικά εμπόδια, όπως καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη και ατέλειες στο σύστημα πλειστηριασμών, δυσχεραίνουν την αναδιάρθρωση χρεών. Ως αποτέλεσμα, νοικοκυριά και επιχειρήσεις με εκκρεμείς οφειλές παραμένουν αποκλεισμένα από τη χρηματοδότηση.
Η αντιμετώπιση αυτών των δυσλειτουργιών θεωρείται κρίσιμη για την πλήρη αξιοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Παράλληλα, οι κρατικές εγγυήσεις στα τιτλοποιημένα δάνεια δημιουργούν ενδεχόμενες δημοσιονομικές υποχρεώσεις, εφόσον οι ανακτήσεις δεν εξελιχθούν σύμφωνα με τις προσδοκίες.
Η σύγκλιση του επιπέδου διαβίωσης με την ευρωζώνη παραμένει βασική πρόκληση. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έως το 2030 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αναμένεται να φθάσει λίγο κάτω από το 70% του μέσου όρου της ευρωζώνης, επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο κατά την υιοθέτηση του ευρώ.
Πριν από την κρίση, η ανάπτυξη στηριζόταν κυρίως στη δημοσιονομική επέκταση, την κατανάλωση και την οικοδομή, χωρίς σημαντική ενίσχυση της παραγωγικότητας. Σήμερα, το πρότυπο ανάπτυξης έχει διαφοροποιηθεί: η επένδυση σε κατοικίες έχει περιοριστεί, ενώ αυξάνονται οι επενδύσεις σε επιχειρήσεις και υποδομές. Οι δημόσιες επενδύσεις ενισχύθηκαν μετά το 2020, μεταξύ άλλων λόγω του Ταμείου Ανάκαμψης.
Παράλληλα, οι εξαγωγές αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα. Αν και ο τουρισμός παραμένει σημαντικός, οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί αισθητά σε σχέση με το παρελθόν. Η σταδιακή αυτή αναδιάρθρωση αποδίδει ήδη αποτελέσματα, ωστόσο η συνέχιση της πορείας εξαρτάται από τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής και την ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Σημαντική είναι και η μείωση των εμποδίων στο εμπόριο, ιδίως μετά το 2015, μέσω μεταρρυθμίσεων που απλοποίησαν τις διαδικασίες αδειοδότησης, εκσυγχρόνισαν τα τελωνεία και περιόρισαν τα διοικητικά βάρη. Παράλληλα, η Ελλάδα αρχίζει να αποκτά παρουσία σε εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας, αν και σε περιορισμένη κλίμακα.
Ωστόσο, οι εξαγωγές παραμένουν συγκεντρωμένες σε τομείς ευάλωτους σε εξωτερικές διακυμάνσεις, όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία και η ενέργεια. Η περαιτέρω διαφοροποίηση, ιδίως προς προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, θεωρείται κρίσιμη για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας.
Η Ελλάδα έχει υλοποιήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό, την ευελιξία στην αγορά εργασίας και την ψηφιοποίηση του κράτους. Ωστόσο, παραμένουν περιθώρια βελτίωσης σε τομείς όπως η κατάρτιση, η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η ποιότητα των θεσμών, συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικότητας της διοίκησης, της ποιότητας της ρύθμισης και του κράτους δικαίου. Παρά τη βελτίωση της τελευταίας δεκαετίας, η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η ενίσχυση των θεσμών συνδέεται άμεσα με την προσέλκυση επενδύσεων, την καινοτομία και την παραγωγικότητα. Έρευνες δείχνουν ότι η βελτίωση της θεσμικής ποιότητας μπορεί να αυξήσει σημαντικά το μερίδιο επενδύσεων σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.
Το δημόσιο χρέος μειώνεται σταθερά από το 2021, με μεγάλο μέρος του να αφορά δάνεια προς ευρωπαϊκούς θεσμούς, τα οποία έχουν ευνοϊκούς όρους. Παρά τη σημαντική πρόοδο, το υπόλοιπο παραμένει υψηλό, περίπου στο 90% του ΑΕΠ το 2025, γεγονός που δείχνει ότι η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί.
* Οι Martin Bijsterbosch, Diego Moccero, Daphne Momferatou, Marta Rodríguez Vives και Giacomo Pongetti. Το άρθρο αποτελεί μέρος εκτενέστερης ανάλυσης των συγγραφέων που δημοσιεύθηκε στο Blog της ΕΚΤ.


