Η σύρραξη στον Περσικό Κόλπο επιβαρύνει περαιτέρω το μακροοικονομικό περιβάλλον για την Ελλάδα, ενισχύοντας τους ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό και τους καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη — κινδύνους που διεθνείς οργανισμοί είχαν τονίσει εδώ και χρόνια ως τα επικρατέστερα αρνητικά σενάρια. Αυτή είναι η βασική διαπίστωση της εβδομαδιαίας ανάλυσης «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank.
Το «κλείσιμο» των Στενών του Ορμούζ — ενός εκ των κρισιμότερων σημείων συμφόρησης της παγκόσμιας ναυτιλίας — έχει ήδη προκαλέσει μεγάλη αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως και λιπασμάτων. Κατά το διάστημα 2-25 Μαρτίου 2026, το πετρέλαιο brent κινήθηκε κατά μέσο όρο στα 96,6 δολάρια ανά βαρέλι, σημειώνοντας ετήσια άνοδο 32,9%. Πρόκειται, τονίζει η Eurobank, κυρίως για διαταραχή από την πλευρά της προσφοράς που επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής.
Οι επιπτώσεις έχουν αρχίσει ήδη να καταγράφονται στις επίσημες προβλέψεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην πρόσφατη έκδοση «Note on the Greek Economy», αναθεώρησε την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη το 2026 στο 1,9% — από 2,1% που ήταν η εκτίμησή της τον Δεκέμβριο 2025 — και ανέβασε παράλληλα την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό στο 3,1%, από 2,1%. Επιπλέον, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υποβίβασε την πρόβλεψή του για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο 1,8%, έναντι 2,0% που προέβλεπε στο «World Economic Outlook» του Οκτωβρίου 2025.
Η Eurobank επισημαίνει ότι το μέγεθος των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί από τρεις παράγοντες: τη διάρκεια, την ένταση και τη γεωγραφική έκταση των συγκρούσεων, καθώς και από το πόσο γρήγορα θα επανέλθουν οι παγκόσμιες ροές ενέργειας στο προπολεμικό καθεστώς. Δεδομένης της υψηλής εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να προκαλέσει πιέσεις επιβράδυνσης της ανάπτυξης, επιτάχυνσης του πληθωρισμού και επιδείνωσης του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.
Τα πρώτα στοιχεία του 2026, που αφορούν την περίοδο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών, κατέγραφαν μικτή εικόνα. Από τη μία, σαφώς θετικά σήματα: ο δείκτης οικονομικού κλίματος ενισχύθηκε σε υψηλό εξαμήνου τον Φεβρουάριο 2026 (107,7 μονάδες, άνω του μακροχρόνιου μέσου όρου των 100 μονάδων), ενώ ο δείκτης PMI μεταποίησης ανήλθε στις 54,4 μονάδες — επίσης υψηλό εξαμήνου, και πάνω από το κρίσιμο όριο των 50 μονάδων για τρίτο συνεχές έτος. Η ανεργία μειώθηκε στο 7,7% τον Ιανουάριο 2026, από 9,8% τον Ιανουάριο 2025, ενώ το ΑΕΠ του δ’ τριμήνου 2025 αυξήθηκε κατά 2,4% σε ετήσια βάση.
Από την άλλη, ο πληθωρισμός παρέμεινε επίμονα υψηλός: ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) διαμορφώθηκε στο 3,1% τον Φεβρουάριο 2026, έναντι μόλις 1,9% στην Ευρωζώνη — με τις υπηρεσίες να πιέζουν με άνοδο 4,3% και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα να αυξάνονται κατά 12,5%. Η μεγαλύτερη συνεισφορά στον πληθωρισμό προέρχεται από τη «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» (1,0 ποσοστιαία μονάδα), ακολουθούμενη από τα «Ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια» (0,9 π.μ.).
Η Eurobank σημειώνει ότι η περίοδος 2020-2026 έχει σημαδευτεί από μια αλληλουχία ισχυρών διαταραχών — πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία, εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή, ενίσχυση του προστατευτισμού και τώρα η σύρραξη στον Περσικό Κόλπο. Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον, η επίδοση της ελληνικής οικονομίας κρίνεται «ικανοποιητική» από τους διεθνείς οργανισμούς — αξιολόγηση που ωστόσο επανεξετάζεται εκ νέου.
