Η ελληνική οικονομία καταγράφει δυναμική ανάκαμψη μετά το διάστημα 2009–2018, έχοντας ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπερνούν τον μέσο όρο της ΕΕ. Παρόλα αυτά, όπως επισημαίνει το Reuters, η στεγαστική πίεση κλιμακώνεται, αφού τα ενοίκια σκαρφαλώνουν ενώ τα εισοδήματα κινούνται με βραδύτερους ρυθμούς· ως εκ τούτου, πολλά νοικοκυριά περικόπτουν δαπάνες και στρέφονται σε δανεισμό, εξέλιξη που –σύμφωνα με το Reuters– θεωρείται ότι λειτουργεί ως φρένο για την ευρύτερη ανάκαμψη.
Με βάση στοιχεία που παραθέτει το Reuters, η επάρκεια εισοδήματος βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα: έξι στους δέκα αναφέρουν ότι το μηνιαίο εισόδημα δεν επαρκεί ως το τέλος του μήνα, ενώ οι οικονομικές δυσκολίες δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα αλλά εξαπλώνονται και στη μεσαία τάξη.
Το Reuters αποδίδει μέρος της έντασης στην αγορά κατοικίας στην «παγωμένη» οικοδομική δραστηριότητα των χρόνων της κρίσης. Έκθεση που περιλαμβάνεται στο τηλεγράφημα κάνει λόγο για έλλειμμα περίπου 180.000 κατοικιών προς ενοικίαση ή πώληση στις μεγάλες πόλεις. Στην ίδια γραμμή, τονίζεται ότι το πρόγραμμα «χρυσής βίζας» από το 2014 και η αύξηση της βραχυχρόνιας μίσθωσης έχουν εντείνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα ακίνητα: από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 έχουν πωληθεί σε αλλοδαπούς περίπου 20.000 ακίνητα –κυρίως στην Αθήνα– και περίπου 150.000 κατοικίες έχουν μετατραπεί σε βραχυχρόνιες μισθώσεις, σύμφωνα με δεδομένα που παραθέτει το Reuters.
Σε ευρωπαϊκή σύγκριση, το Reuters υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα «ξεχωρίζει»: την περίοδο 2019–2024 τα ενοίκια στην Αθήνα αυξήθηκαν κατά μέσο όρο πάνω από 50%, ενώ στο ίδιο διάστημα καταγράφονται σαφώς μικρότερες αυξήσεις για τη Μαδρίτη και το Παρίσι. Οι μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν περίπου 27% την ίδια περίοδο, ενώ στοιχεία της Eurostat που επικαλείται το Reuters δείχνουν ότι οι Έλληνες δαπανούν το μεγαλύτερο ποσοστό εισοδήματος για στέγαση στην ΕΕ. Παρά τις επιδοτήσεις ενοικίου για μέρος των χαμηλόμισθων, ενοικιαστές δηλώνουν –κατά το Reuters– ότι η επίδραση παραμένει περιορισμένη.
