Σε δυσχερή θέση βρίσκονται οι Έλληνες δανειολήπτες και αποταμιευτές, αφού τα στοιχεία για τον Ιανουάριο του 2026 φανερώνουν μια ζοφερή πραγματικότητα: το κόστος δανεισμού στην Ελλάδα εκτινάσσεται, ενώ οι αποδόσεις των καταθέσεων μένουν προσκολλημένες σε επίπεδα-φιλοδώρημα, πολύ υποδεέστερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Τα τελευταία στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) δείχνουν πως το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων δανείων ανέβηκε στο 4,67%, την ίδια στιγμή που το αντίστοιχο των καταθέσεων παρέμεινε σχεδόν ακίνητο στο 0,32%, διευρύνοντας τη διαβόητη «ψαλίδα» στις 4,35 εκατοστιαίες μονάδες.
Η σύγκριση με την Ευρωζώνη αποκαλύπτει πλήρως την υστέρηση των ελληνικών τραπεζών στο πεδίο των καταθέσεων. Ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ανακοίνωσε ότι το επιτόκιο των καταθέσεων μίας ημέρας για τα νοικοκυριά στην ευρωπαϊκή ζώνη έκλεισε στο 0,25%, στην Ελλάδα οι τράπεζες προσφέρουν μόλις 0,03%. Πρόκειται για μια κατακόρυφη διαφορά, που γίνεται ακόμα πιο έντονη στις καταθέσεις με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος, όπου το ελληνικό επιτόκιο βρίσκεται στο 1,14% έναντι 1,82% στην Ευρώπη.
Παρόμοια είναι η κατάσταση και για τις επιχειρήσεις, με τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα να δίνουν 0,10% στις καταθέσεις μίας ημέρας, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι πέντε φορές μεγαλύτερος, στο 0,52%.
* Τα επιτόκια αφορούν στον σύνθετο δείκτη κόστους δανεισμού για αγορά κατοικίας.
ΠΗΓΗ: ΕΚΤ-Τράπεζα της Ελλάδος.
Στον τομέα της χορήγησης δανείων, οι Έλληνες καταναλωτές βλέπουν υπέρογκες χρεώσεις. Το επιτόκιο στα νέα καταναλωτικά δάνεια με συγκεκριμένη διάρκεια ανέβηκε κατά 64 μονάδες βάσης, φθάνοντας το 11,21%. Στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, το αντίστοιχο κόστος για τα νοικοκυριά περιορίζεται στο 7,51%, γεγονός που καθιστά τον δανεισμό στην Ελλάδα σχεδόν 50% ακριβότερο.
Στα στεγαστικά δάνεια, το μέσο επιτόκιο για τις νέες εκταμιεύσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 3,41%, ελαφρώς υψηλότερα από το σύνθετο δείκτη της Ευρωζώνης (3,35%). Ωστόσο, η μεγαλύτερη απόκλιση εμφανίζεται στον επιχειρηματικό τομέα. Το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων στην Ελλάδα εκτινάχθηκε στο 4,67%, ενώ ο σύνθετος δείκτης κόστους δανεισμού για τις επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη έμεινε αμετάβλητος στο 3,57%.
Η διαφορά μεταξύ του όσων εισπράττουν οι τράπεζες από τους δανειολήπτες και του όσων αποδίδουν στους καταθέτες –το περιθώριο επιτοκίου– αποτελεί την «αχίλλειο πτέρνα» της ελληνικής αγοράς. Με την ψαλίδα στα νέα προϊόντα να αγγίζει το 4,35% και στα υφιστάμενα υπόλοιπα το 4,29%, η Ελλάδα διατηρεί ένα από τα μεγαλύτερα spread στην Ευρώπη, φορτώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Λεωνίδας Στεργίου
