web analytics

Η σχέση υποδομών και ακινήτων που διαμορφώνει το μέλλον των πόλεων.

Πλέον, σε διεθνές αλλά και εγχώριο επίπεδο, η αξία ενός ακινήτου δεν προκύπτει αποκλειστικά από τη γεωγραφική του θέση, το εμβαδόν ή τα χρόνια ζωής του κτιρίου. Στις σύγχρονες μητροπόλεις, όπου η κλιματική κρίση, οι ενεργειακές πιέσεις και οι κοινωνικές ανισότητες συνδηλώνονται, τον πρώτο λόγο δίνουν οι υποδομές. Όχι μόνο οι ορατές – δρόμοι, δίκτυα, μέσα μεταφοράς και αναπλάσεις – αλλά και οι αόρατες, που λειτουργούν ως μηχανισμοί ασφάλειας, ανθεκτικότητας και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Διεθνείς οργανισμοί συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η ανθεκτικότητα των υποδομών έχει μετεξελιχθεί σε θεμέλιο οικονομικής σταθερότητας και επενδυτικής ασφάλειας. Ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι οι πόλεις που επενδύουν σε υποδομές ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή μειώνουν δραστικά τον μακροπρόθεσμο οικονομικό κίνδυνο και προστατεύουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων τους, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων.

Η αγορά ακινήτων βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης. Η Παγκόσμια Τράπεζα εξηγεί ότι το real estate αποτελεί το μεγαλύτερο αποθημένο πλούτου στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, ενώ παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτο σε κλιματικές απειλές – από πλημμύρες και καύσωνες ως ενεργειακή αβεβαιότητα. Ζώνες δίχως επαρκείς υποδομές προσαρμογής εμφανίζουν υψηλότερο επενδυτικό ρίσκο και αυξημένη διακύμανση στις αξίες.

Παράλληλα, οι αστικές αναπλάσεις, σε παγκόσμιο πλαίσιο, προσεγγίζονται ως σύνθετα έργα υποδομής κι όχι απλώς ως επίφαση αστικού καλλωπισμού. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων επισημαίνει ότι οι αναπλάσεις που ενσωματώνουν βιώσιμες υποδομές, πράσινες λύσεις και ανθεκτικότητα πολλαπλασιάζουν τα οφέλη για την αξία των ακινήτων και τη λειτουργικότητα των πόλεων.

Η ελληνική πραγματικότητα επιβεβαιώνει τον ίδιο συσχετισμό. Ανάλυση του ΙΟΒΕ για τον κλάδο κατασκευών και υποδομών καταδεικνύει ότι οι επενδύσεις σε δημόσια έργα και αστικές παρεμβάσεις αποτελούν κεντρικό μοχλό όχι μόνο της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και της διαμόρφωσης σταθερού πλαισίου στην αγορά ακινήτων. Το ΙΟΒΕ υπογραμμίζει πως η ωρίμανση των έργων, η ποιότητα σχεδιασμού και η συνέπεια στην υλοποίηση επηρεάζουν άμεσα την ελκυστικότητα περιοχών και τη βιωσιμότητα των επενδύσεων.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος των υποδομών ανασυντίθεται. Όπως τόνισε πρόσφατα στο Συνέδριο του ΤΜΕΔΕ ο πρόεδρος του Κωνσταντίνος Μακέδος, οι υποδομές δεν είναι απλώς έργα· είναι μηχανισμός προστασίας και ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική κρίση, στα ακραία καιρικά φαινόμενα, στη δυσλειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού, στον διεθνή ανταγωνισμό και στην ενεργειακή αβεβαιότητα. Αποτελούν μηχανισμό παραγωγικότητας, βιωσιμότητας και οικονομικής ισχύος που θωρακίζει τη χώρα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της, διασφαλίζοντας την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, την κοινωνική συνοχή και ένα ελκυστικό επενδυτικό περιβάλλον.

Ο κλιματικός κίνδυνος έχει αποκτήσει και χρηματοπιστωτική διάσταση. Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών και το Δίκτυο Κεντρικών Τραπεζών για την Πράσινη Μετάβαση προειδοποιούν ότι οι φυσικοί κίνδυνοι από την κλιματική αλλαγή μεταφράζονται απευθείας σε χρηματοοικονομικό ρίσκο, με αντίκτυπο στην αξία ακινήτων, στις εξασφαλίσεις των τραπεζών και στη σταθερότητα των αγορών.

Η Αθήνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πόλης που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτών των πιέσεων. Στο Σχέδιο Δράσης για την Κλιματική Αλλαγή του Δήμου Αθηναίων επισημαίνεται ότι οι επενδύσεις σε υποδομές ανθεκτικότητας δεν λειτουργούν μόνο προληπτικά, αλλά και οικονομικά. Για κάθε ένα ευρώ που κατευθύνεται σε παρεμβάσεις προσαρμογής, μπορούν να εξοικονομηθούν έως έξι ευρώ από μελλοντικές δαπάνες αποκατάστασης ζημιών και διαχείρισης κρίσεων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για στρατηγική στις υποδομές καθίσταται κεντρική. Η Ελλάδα, όπως είχε υπογραμμίσει ο κ. Μακέδος, οφείλει να πρωτοπορήσει με μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τις υποδομές, αξιοποιώντας ευρεία κλίμακα ψηφιοποίησης, τεχνητή νοημοσύνη και big data, υλοποιώντας έργα που περιορίζουν τους κινδύνους και δημιουργώντας ισχυρές συνέργειες ανάμεσα στην Πολιτεία, την Ευρώπη, τον τεχνικό κόσμο, την επιστημονική κοινότητα, την αγορά και την τοπική αυτοδιοίκηση.

Το συμπέρασμα είναι ότι οι υποδομές δεν αυξάνουν απλώς την αξία των ακινήτων, καθορίζουν αν αυτή η αξία θα αντέξει στον χρόνο. Σε ένα περιβάλλον κλιματικής αβεβαιότητας και επενδυτικών πιέσεων, οι πόλεις που τοποθετούν πόρους σε ανθεκτικές υποδομές, τεχνολογία και θεσμική συνεργασία είναι εκείνες που θα παραμείνουν βιώσιμες, λειτουργικές και ελκυστικές για κατοίκους και επενδυτές. Κι αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα για το μέλλον των ελληνικών πόλεων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *