Η μέση τιμή στο Χρηματιστήριο τον Μάρτιο, μέχρι στιγμής, διαμορφώνεται κάτω από τα 110 ευρώ ανά μεγαβατώρα ενώ το Φεβρουάριο ξεπέρασε τα 150 ευρώ. Η υποχώρηση των τιμών οφείλεται κατά κύριο λόγο στο συνδυασμό της αυξημένης παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με τη μειωμένη ζήτηση. Πρόκειται για εποχικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται την άνοιξη και το φθινόπωρο καθώς υπάρχει ηλιοφάνεια αλλά και ισχυροί άνεμοι που αυξάνουν την πράσινη παραγωγή σε περίοδο που οι θερμοκρασίες (με εξαίρεση την κακοκαιρία στις αρχές της εβδομάδας) δεν επιβάλλουν τη χρήση θέρμανσης ή κλιματισμού.
Για αυτόν τον λόγο οι διαχειριστές των δικτύων μεταφοράς και διανομής (ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ) λαμβάνουν έκτακτα μέτρα περιορισμού της “πράσινης” παραγωγής με αναγκαστικές περικοπές των μονάδων.
Η εικόνα αυτή επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, όμως οι πιέσεις στο δίκτυο αυξάνονται καθώς το παραγωγικό δυναμικό των ΑΠΕ αναπτύσσεται χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης.
Ακόμη και το 2024 οπότε επιβραδύνθηκε ο ρυθμός ανάπτυξης των ΑΠΕ, προστέθηκαν στο διασυνδεδεμένο σύστημα 580 μεγαβάτ, ανεβάζοντας τη συνολική ισχύ – σύμφωνα με τα στοιχεία του Διαχειριστή ΑΠΕ, ΔΑΠΕΕΠ – στα 12,08 γιγαβάτ. Συγκριτικά η αιχμή της ζήτησης την περασμένη Κυριακή κυμάνθηκε κοντά στα 7 γιγαβάτ.
Απάντηση στο πρόβλημα των περικοπών της παραγωγής ΑΠΕ μπορεί να δώσει η αποθήκευση ενέργειας τόσο στα υδροηλεκτρικά με αντλιοταμίευση όσο και σε μπαταρίες μεγάλης ισχύος που αρχίζουν σταδιακά να εγκαθίστανται από εφέτος στο σύστημα. Επίσης, οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας όταν υπάρχει ζήτηση από γειτονικά συστήματα. Όμως σε συνθήκες υψηλής διείσδυσης των ΑΠΕ όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές είναι δύσκολο να εξαλειφθούν οι περικοπές.