Η Ελλάδα καθίσταται με συνέπεια έναν ώριμο προορισμό για την αγορά πολυτελών ακινήτων, στον οποίο επένδυση και ιδιοκατοίκηση παύουν να κινούνται ως αντίπαλες έννοιες· πλέον, πολύ συχνά συμπληρώνουν η μία την άλλη. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η αποτίμηση των πολυτελών ακινήτων διενεργείται με ρεαλιστικές προσδοκίες που συνδυάζουν ετήσια καθαρή απόδοση κοντά στο 4%-6% και βασικό κριτήριο τη μακροπρόθεσμη υπεραξία. Έτσι, στρέφουμε το ενδιαφέρον σε έξυπνες επενδύσεις όχι μόνο στους καθιερωμένους πυρήνες, αλλά και σε μικροτοποθεσίες με ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά (premium microlocations), δηλαδή επιμέρους οικιστικές ενότητες υψηλής ποιοτικής διαβίωσης, όπου η τιμή εισόδου παραμένει πιο ισορροπημένη και το περιθώριο μελλοντικής υπεραξίας ουσιαστικά μεγαλύτερο.
Σε ενημερωτικό της σημείωμα, η κ. Κορίνα Σαΐα, διευθύνουσα σύμβουλος της Premier Realty, τονίζει πως ένα συχνό φαινόμενο στην τρέχουσα αγορά είναι η μονοδιάστατη προσήλωση σε ήδη πλήρως ανεπτυγμένες περιοχές, όπως τα Βόρεια Προάστια στο σύνολό τους, όπου σημαντικό τμήμα της αξίας έχει ήδη προεξοφληθεί, περιορίζοντας τα περιθώρια περαιτέρω υπεραξίας. Σε συνθήκες αυξημένων τιμών, η ουσιαστική επενδυτική στρατηγική ξεπερνά τη σημερινή αποτίμηση· απαιτεί στοχευμένη ανάλυση των δεδομένων και εστίαση σε μικροπεριοχές στρατηγικής τοποθέτησης κεφαλαίου, με προοπτικές αναβάθμισης και μελλοντικής υπεραξίας.
Η αγορά της Κηφισιάς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαφοροποίησης. Στον κεντρικό της πυρήνα, οι τιμές νεόδμητων πολυτελών κατοικιών κυμαίνονται σήμερα μεταξύ 10.000 και 12.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, περιορίζοντας de facto το δυναμικό πρόσθετης υπεραξίας. Σε αντίστιξη, σε επιλεγμένες μικροπεριοχές στρατηγικής τοποθέτησης κεφαλαίου που συμπληρώνουν το κέντρο, η ανάπτυξη σύγχρονων νεόδμητων έργων δημιουργεί πιο ισορροπημένες συνθήκες εισόδου, με αρχικές τιμές γύρω από 6.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και αισθητά μεγαλύτερο περιθώριο απόδοσης κεφαλαίου. Υπό αυτό το πρίσμα, ο ρόλος του σωστού συμβούλου ακινήτων είναι να εντοπίζει έγκαιρα τέτοιες διαφοροποιήσεις και να καθοδηγεί τις επενδυτικές αποφάσεις με ορίζοντα τα επόμενα χρόνια, όχι μόνο με γνώμονα τη σημερινή εικόνα και τιμές.
Για να προκύψει ουσιαστική και διατηρήσιμη υπεραξία στην αγορά πολυτελών κατοικιών, απαιτείται η συνεργία συγκεκριμένων πυλώνων που λειτουργούν αλληλοσυμπληρωματικά στον χρόνο. Η σύγχρονη πολυτελής κατοικία, εκτιμά η κ. Σαΐα, αξιολογείται πλέον ως ενιαίο επενδυτικό και λειτουργικό προϊόν, όχι απλώς ως αρχιτεκτονική εικόνα. Η ποιότητα κατασκευής μεταφράζεται σε πιστοποιημένα υλικά, υψηλή θερμομόνωση και ηχομόνωση, σύγχρονα συστήματα θέρμανσης-αερισμού-κλιματισμού και ενεργειακά αποδοτικό σχεδιασμό, στοιχεία που μειώνουν το λειτουργικό κόστος, ενισχύουν τη βιωσιμότητα και θωρακίζουν τη διαχρονική αξία του ακινήτου. Παράλληλα, η ευελιξία χρήσης χωρίς δομικές παρεμβάσεις επιτρέπει στις κατοικίες να προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των αγοραστών, λειτουργώντας και ως καθοριστικός παράγοντας ρευστότητας σε διαφορετικούς κύκλους της αγοράς.
Στο ίδιο πλαίσιο εξηγεί η κ. Σαΐα, η ευεξία έχει αναδειχθεί σε βασικό πυλώνα της σύγχρονης πολυτελούς διαβίωσης. Χώροι άθλησης, πισίνες, spa και συνολικά wellness χαρακτηριστικά δεν αποτελούν πλέον απλώς παροχές lifestyle, αλλά στοιχεία που ενισχύουν την ελκυστικότητα, τη ζήτηση και τελικά την αποτίμηση των κατοικιών.
Κομβική σημασία αποκτά η έννοια των premium microlocations. Σε επιμέρους οικιστικές ενότητες πολυτελών περιοχών, όπου συνυπάρχουν χαμηλότερη πυκνότητα, ποιοτικό περιβάλλον και άμεση πρόσβαση σε εμπορικούς πόλους και βασικές υπηρεσίες, αναπτύσσονται σήμερα νεόδμητα οικιστικά έργα που ενσωματώνουν τα παραπάνω με μέτρο και ουσία. Όπως διευκρινίζει η κ. Σαΐα, πρόκειται για κατοικίες με εμφανή premium χαρακτήρα, που καταφέρνουν να συνδέουν αποδοτικά την ιδιοκατοίκηση με τη λογική της επένδυσης, προσφέροντας όχι μόνο ποιότητα διαβίωσης εδώ και τώρα, αλλά και ρεαλιστικές προοπτικές μακροπρόθεσμης υπεραξίας. Σε μια αγορά με υψηλές αποτιμήσεις, η σωστή επενδυτική επιλογή δεν είναι ζήτημα συγκυρίας, αλλά αποτέλεσμα εμπειρίας, βαθιάς γνώσης της αγοράς και ικανότητας ανάγνωσης των δεδομένων σε βάθος χρόνου.
