«Ο τομέας του αλουμινίου αποτελεί έναν από τους πιο δραστήριους και προσανατολισμένους στο εξωτερικό κλάδους της εγχώριας βιομηχανίας και της ελληνικής οικονομίας στο σύνολό της», τόνισε ο Υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος κατά την ομιλία του στη 40η Τακτική Γενική Συνέλευση της Ελληνικής Ένωσης Αλουμινίου.
«Ενσαρκώνει τη φιλοσοφία μας για την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για έναν κλάδο με ισχυρή μεταποιητική υποδομή, επενδύσεις στην τεχνολογία και στην ποιότητα, έντονη παρουσία στις εξαγωγές, στην απασχόληση και στην περιφερειακή ανάπτυξη, «που δημιουργεί εθνική προστιθέμενη αξία και ενδυναμώνει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας».
Ο κ. Θεοδωρικάκος ανέφερε ότι η ιστορία του ελληνικού αλουμινίου αποτελεί «ένα πραγματικό success story που ξεκίνησε πριν από δεκάδες χρόνια» και σήμερα αποτελεί τον κυρίαρχο κλάδο των μη σιδηρούχων μετάλλων, με περισσότερες από 3.000 επιχειρήσεις και άνω των 80.000 άμεσα ή έμμεσα εργαζομένων. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα μεγάλα εξαγωγικά μεγέθη του κλάδου, τονίζοντας ότι το 2025 η συνολική αξία των εξαγωγών σημείωσε άνοδο 8,7%, ξεπερνώντας τα 2,8 δισ. ευρώ και διαμορφώνοντας θετικό εμπορικό ισοζύγιο που πλησιάζει το 1 δισ. ευρώ. «Είστε ένας δυναμικός, υγιής και εξωστρεφής κλάδος, τον οποίο οφείλουμε να στηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Σχολιάζοντας το διεθνές περιβάλλον, υπογράμμισε ότι η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί συνθήκες πρωτοφανούς αβεβαιότητας, με σημαντικές επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και κυρίως στο κόστος ενέργειας. Όπως ανέφερε, η κρίση αυτή πιθανότατα αποτελεί «τη δυσκολότερη και τη χειρότερη που έχουμε αντιμετωπίσει τα τελευταία 7 χρόνια», καθώς η περιοχή όπου εκτυλίσσονται οι πολεμικές επιχειρήσεις συνδέεται άμεσα με την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου και αποτελεί κρίσιμο κόμβο μεταφοράς προϊόντων από και προς την Ευρώπη και την Ασία. Επεσήμανε ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι δυνατότητες της χώρας, να στηρίξει την οικονομία, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, ώστε να παραμείνει όρθια η ελληνική οικονομία και να μη διακοπεί «ο θετικός κύκλος και το θετικό momentum» που έχει διαμορφωθεί την τελευταία εξαετία.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε ο κ. Θεοδωρικάκος στο ζήτημα της ενέργειας και στη στήριξη των ενεργοβόρων επιχειρήσεων, διασαφηνίζοντας ότι «η κυβερνητική απόφαση για τον τρόπο υποστήριξής τους θα ανακοινωθεί μέσα στις επόμενες ημέρες». Όπως είπε, έχει προηγηθεί εκτενής προετοιμασία, κυρίως από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας που έχει την αρμοδιότητα, ενώ ξεκαθάρισε ότι το Υπουργείο Ανάπτυξης «υποστήριξε με όλες του τις δυνάμεις τα αιτήματα της ελληνικής βιομηχανίας». Πρόσθεσε ότι έχουν εξασφαλιστεί σημαντικοί πόροι εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ από το Modernization Fund και σημείωσε ότι οι σχετικές ανακοινώσεις θα γίνουν συγκεντρωτικά και θα αποτελέσουν σημαντική στήριξη και για τον κλάδο.
Ο κ. Θεοδωρικάκος τόνισε ότι το Υπουργείο Ανάπτυξης στηρίζει έμπρακτα τη μεταποίηση και τη βιομηχανία μέσω του Αναπτυξιακού Νόμου. Όπως ανέφερε, τα τρία πρώτα καθεστώτα που προκηρύχθηκαν αξιολογήθηκαν μέσα σε 90 ημέρες, με τον ταχύτερο χρόνο που έχει καταγραφεί σε αντίστοιχα προγράμματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. «Στις επόμενες ημέρες επαναπροκηρύσσουμε και τα τρία καθεστώτα: τη μεταποίηση, τις μεγάλες επενδύσεις άνω των 15 εκατ. ευρώ και το ειδικό καθεστώς που αφορά κυρίως τις παραμεθόριες περιοχές και τους πιο αδύναμους νομούς της ελληνικής επικράτειας», είπε, τονίζοντας ότι αποτελούν σημαντικές ευκαιρίες για νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες «σε έναν κλάδο που εκφράζει τη δυναμική και την προοπτική της ελληνικής οικονομίας».
Καταληκτικά, υπογράμμισε ότι η Πολιτεία θα συνεχίσει να στέκεται δίπλα στον κλάδο του αλουμινίου, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και στην αντιμετώπιση καθημερινών ζητημάτων που επηρεάζουν τη λειτουργία του. «Παρά τις δυσκολίες της διεθνούς συγκυρίας, ο κλάδος έχει όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για να προχωρήσει ακόμη πιο δυναμικά το επόμενο διάστημα» είπε, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να υποδεχθεί νέες επενδύσεις και να δημιουργήσει νέες δυνατότητες και σε αυτό το πεδίο.
