Για το αγροτικό ζήτημα και το επικείμενο ραντεβού του πρωθυπουργού με τους αγρότες, την ανακοίνωση νέων κομμάτων, αλλά και τη συμπλήρωση 10 ετών στο τιμόνι της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη μίλησε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Θ. Κοντογεώργης σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό ΕΡΤnews.
Καταρχάς, χαρακτήρισε θετικό βήμα την επικείμενη συνάντηση που θα έχουν οι αγρότες με τον πρωθυπουργό την ερχόμενη Τρίτη, επισημαίνοντας πως «έχουν γίνει σημαντικά βήματα και η κυβέρνηση έφτασε μέχρι εκεί που μπορούσε (σε ό,τι αφορά στα αιτήματα)». Πρόσθεσε πως προϋπόθεση για να προχωρήσει ο διάλογος από πλευράς κυβέρνησης είναι η συλλογική και αναλογική εκπροσώπηση από όλα τα μπλόκα της χώρας και να παραμείνουν ανοιχτοί οι δρόμοι, κάτι που φαίνεται να συμβαίνει. «Το περίγραμμα των μέτρων είχε ήδη ανακοινωθεί κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού και εξειδικεύτηκε πριν λίγες μέρες· η κυβέρνηση ωστόσο είναι εδώ να παρέχει διευκρινίσεις επί των μέτρων και να συζητήσει όλα τα θέματα που αφορούν τον πρωτογενή τομέα. Πάμε σε αυτή τη συζήτηση με αισιοδοξία και θα συζητήσουμε και θα δουλέψουμε μαζί με τους αγρότες όσο χρειαστεί προκειμένου να λύσουμε τα ζητήματα. Ό,τι κάνουμε είναι για όλους τους αγροκτηνοτρόφους κι ό,τι κάνουμε είναι γιατί θέλουμε να επαναφέρουμε τη δικαιοσύνη που διαταράχθηκε στον αγροτικό κόσμο λόγω της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ», υπογράμμισε.
Αναφορικά με το χρονισμό ανακοίνωσης των μέτρων, ο υφυπουργός παραδέχθηκε πως το 2025 αποτέλεσε μια δύσκολη χρονιά για τον αγροτικό κόσμο, όμως η προτεραιότητα δόθηκε ώστε να ολοκληρωθούν οι πληρωμές μέχρι το τέλος του χρόνου, οι οποίες ήταν υψηλότερες σε σύγκριση με πέρσι και «μάλιστα θα υπάρξει και δεύτερος κύκλος το δεύτερο τρίμηνο του 2026 που θα περιλαμβάνει 160 εκατ. ευρώ». Μετά την ολοκλήρωση των πληρωμών «δουλέψαμε τα αιτήματα των αγροτών: για το ρεύμα – 8,5 λεπτά για το 90% των αγροτών σύμφωνα με τα στοιχεία, για την επιστροφή του φόρου στην αντλία», συμπλήρωσε ενώ ξεκαθάρισε πως στο τραπέζι του διαλόγου βρίσκονται «όλα τα θέματα του παρόντος και του μέλλοντος, γιατί η νέα ΚΑΠ και τα ζητήματα που απασχολούν τον πρωτογενή τομέα είναι τώρα».
Σε ό,τι αφορά τη συμφωνία ΕΕ – χωρών Mercosur για τις εξαγωγές προϊόντων, ο Θ. Κοντογεώργης τόνισε πως αυτή «αποτελεί και μία ευκαιρία για τους νέους αγρότες και τις επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό. Η Ευρώπη δεν πρέπει να είναι πλήρως εξαρτημένη από την Αμερική και την Κίνα σε θέματα επισιτιστικής ασφάλειας, πρέπει να δει κι άλλες αγορές. Η αγορά Βραζιλίας, Αργεντινής, Παραγουάης, Ουρουγουάης είναι περίπου 300 εκατ. και υπάρχουν νέες δυνατότητες πλέον για τις επιχειρήσεις και τα αγροτικά προϊόντα μας, αλλά και δικλίδες ασφαλείας για την προστασία συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων και ΠΟΠ και πρόνοιες σε περίπτωση διακυμάνσεων των τιμών και του όγκου των εισαγωγών».
Ερωτηθείς για τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα από την κ. Καρυστιανού, υπογράμμισε ότι η κ. Καρυστιανού θα είναι πάντα ένας άνθρωπος που θα φέρει την τραγική απώλεια του παιδιού της και συνέχισε λέγοντας πως «δεν βλέπω γιατί πρέπει να σχολιάζουμε το γεγονός ότι αποφάσισε να προχωρήσει σε πολιτική κίνηση, είναι άλλωστε δικαίωμά της, όπως και κάθε πολίτη. Όταν προχωρήσει στην υλοποίηση της απόφασης και υπάρξουν θέσεις και προτάσεις, τότε θα γίνει και η απαραίτητη πολιτική συζήτηση και κριτική. Βλέπω, όμως, ότι οι άνθρωποι που εργαλειοποίησαν και επένδυσαν στην υπόθεση των Τεμπών υιοθετώντας άκριτα κάθε θεωρία είναι οι πρώτοι που νιώθουν ότι θίγονται και επιτίθενται στην κ. Καρυστιανού. Το μόνο που έχω να σχολιάσω για τους συγκεκριμένους είναι “καλά ξεμπερδέματα”. Η κυβέρνηση δεν θα προσχωρήσει σε κλίμα τοξικότητας, έχουμε μπροστά μας 17 μήνες για να κάνουμε τη δουλειά μας και να σχεδιάσουμε με αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία την επόμενη μέρα».
Κλείνοντας, στάθηκε στην επέτειο 10 ετών του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας, τονίζοντας πως «τότε εξέφρασε μια ισχυρή κοινωνική συμμαχία, μια συμμαχία λογικής των ανθρώπων που θέλουν να βλέπουν τα πράγματα να πηγαίνουν μπροστά και η οποία παραμένει σήμερα ισχυρή», ενώ για τις πολιτικές προτεραιότητες της νέας χρονιάς προσδιόρισε τη συνέχιση της οικονομικής ανάκαμψης, τη βελτίωση των εισοδημάτων, το στεγαστικό και την καθημερινότητα των πολιτών.
