Μια συγκλονιστική κατάθεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου έδωσε ο Γρηγόρης Βάρρας, πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων), σκιαγραφώντας ένα πλέγμα διαφθοράς που κατέληξε στην απομάκρυνσή του. Ο κ. Βάρρας, που προήδρευε την περίοδο 2019-2020, συνέκρινε τον εαυτό του με «ξενιστή» σε ένα εχθρικό οικοσύστημα που αναγκαστικά τον απώθησε, ακριβώς επειδή επιχειρούσε να επιτελέσει σωστά τα καθήκοντά του.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κατήγγειλε ότι τον Οκτώβριο του 2025 διαπίστωσε πως το κινητό του είχε «κλωνοποιηθεί», ενώ αμέσως μετά την κατάθεσή του σε Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής η συσκευή αχρηστεύτηκε ύστερα από ισχυρή κακόβουλη παρέμβαση. Παράλληλα, μίλησε για επιχείρηση «δολοφονίας χαρακτήρα» σε βάρος του και για κλίμα τρομοκρατίας στο εσωτερικό του Οργανισμού.
Ο μάρτυρας αναφέρθηκε εκτενώς στον φάκελο 197 ατόμων που εντόπισε, ο οποίος περιλάμβανε παράνομες επιδοτήσεις, εικονική μεταφορά ζώων και δυσανάλογες εκτάσεις βοσκοτόπων. «Μυρίστηκα ότι κάτι δεν πάει καλά», κατέθεσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι έστειλε όλα τα στοιχεία στον Εισαγγελέα, αφού οι ενδείξεις απάτης ήταν απόλυτα τεκμηριωμένες.
Σύμφωνα με τον κ. Βάρρα, οι έλεγχοι που διενεργούνταν στον ΟΠΕΚΕΠΕ πιθανώς είχαν προκαθορισμένο δείγμα, εστιάζοντας σε ΑΦΜ χωρίς προβλήματα, ώστε να διαφυλάσσονται οι πραγματικές παρανομίες. Όταν ο ίδιος συγκρότησε Επιτροπή Ελέγχου το καλοκαίρι του 2020, διαπίστωσε ότι τα πορίσματα που του παραδόθηκαν δεν ήταν πειστικά, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδρασή του.
Η αντίστροφη μέτρηση για την αποπομπή του ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που απαίτησε εξηγήσεις για τις ελλείψεις στους ελέγχους. Όπως κατέθεσε, ο τότε υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Μάκης Βορίδης, τον κάλεσε στο γραφείο του και του ζήτησε να παραιτηθεί, χωρίς να του δώσει σαφείς εξηγήσεις. «Κατάλαβα ότι κάποιοι δεν ήθελαν να κάνω καλά τη δουλειά μου», είπε, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή ο υπουργός δεν είχε παρέμβει άμεσα στο έργο του.
Επιπλέον, ο κ. Βάρρας ανέφερε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από τον τότε Γενικό Γραμματέα του υπουργείου, ο οποίος ζητούσε ενημέρωση για τον λόγο που ελεγχόταν η σύζυγος γνωστού μεγαλοπαραγωγού από την Κρήτη. Ο μάρτυρας προσκόμισε έγγραφα που δείχνουν ότι υπάλληλοι του Οργανισμού απέστελλαν αρχεία ελέγχου με ήδη «προσυμπληρωμένα» πεδία, διευκολύνοντας συγκεκριμένα συμφέροντα.
