web analytics

Η αποτίμηση του Μαρινάκη για τη στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη απέναντι στην κοινωνία.

«Μακάρι να σταματούσε το ρουσφέτι με ένα μόνο διάγγελμα, μια δήλωση ή μια δέσμη εξαγγελιών», δήλωσε στο ΕΡΤnews ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σχολιάζοντας τις χθεσινές ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι πρέπει να ξεχωρίζουμε το αίτημα για παράκαμψη, παράνομη ενέργεια ή παρέκκλιση από το νόμιμο πλαίσιο από το δίκαιο αίτημα ενός βουλευτή να μεταφέρει το παράπονο ενός πολίτη· οι δύο περιπτώσεις δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέονται.

«Πώς περιορίζεις τις κακές πρακτικές που ορθώς εξοργίζουν την κοινωνία;», ρώτησε. Πρώτα, με την ψηφιοποίηση του κράτους· δεύτερον, διπλασιάζοντας τις ΜΕΘ στα νοσοκομεία, ώστε να μη χρειάζεται κανείς να «βρει» κρεβάτι· τρίτον, με την ψηφιακή ειδοποίηση κλήσεων· τέταρτον, μεταφέροντας τον ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Μπορεί κανείς μέχρι τώρα να πάρει τηλέφωνο κάποιον στην ΑΑΔΕ και να του ζητήσει να πληρώσει λιγότερο ΕΝΦΙΑ; Να του πει να αναβάλει τον ΦΠΑ του τρεις μήνες; Όχι. Ό,τι οφείλεις στην ΑΑΔΕ, πληρώνεται στην ώρα του· αλλιώς έρχονται οι προσαυξήσεις που ορίζει ο νόμος ή μπαίνεις ρύθμιση».

Σημείωσε ότι για να περιοριστούν οι δυνατότητες παρέμβασης χρειάζονται περισσότερες τέτοιες πολιτικές, πολλές από τις οποίες έχει ήδη εφαρμόσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι στην Ελλάδα υπάρχει το κακό συνήθειο –ενισχυμένο τα τελευταία χρόνια από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης– να «κρεμάμε» ανθρώπους στα μανταλάκια. Κανείς δεν είναι εκ προοιμίου αθώος ή ένοχος· πρέπει να δούμε όλα τα δεδομένα πριν βγάλουμε συμπεράσματα.

Η κοινωνία ζητά πολιτικές, θάρρος και ουσιαστικές αλλαγές, τόνισε. «Σε κάθε εικόνα και σε κάθε αλήθεια οφείλουμε να είμαστε πάνω απ’ όλα ειλικρινείς και να λέμε πράγματα που ο κόσμος όχι θέλει να ακούσει, όχι ευχάριστα λόγια, αλλά πολιτικές που θα αλλάξουν αυτή την εικόνα». Η δικαιοσύνη, πρόσθεσε, οφείλει να κινείται με ιδιαίτερη σπουδή, όχι βιαστικά αλλά αποτελεσματικά, ώστε να δώσει απαντήσεις σε μια υπόθεση δημοσίου ενδιαφέροντος.

Υπενθύμισε ότι από το 2019 μέχρι σήμερα έχουν τεθεί σε καθεστώς άρσης ασυλίας 97 βουλευτές, εκ των οποίων 20 της Νέας Δημοκρατίας. «Δεν θυμάμαι άλλο κόμμα να έχει θέσει θέμα δεδηλωμένης» είπε, προσθέτοντας ότι «η άρση ασυλίας δεν ισοδυναμεί με καταδίκη». Πρέπει να σεβόμαστε το τεκμήριο αθωότητας και να αντιμετωπίζουμε τις διαρροές, που είναι «ανώμαλο φαινόμενο». Συνολικά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά 3.600 υποθέσεις, εκ των οποίων 176 στην Ελλάδα.

Για το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή τόνισε ότι είναι «μια πρόταση, μια σκέψη που ανοίγει δίαυλο διαλόγου· σε κομματικό επίπεδο θα κορυφωθεί στο Συνέδριο του Μαΐου και σε εθνικό επίπεδο εντάσσεται στη συνταγματική αναθεώρηση». Στο Συνέδριο της ΝΔ θα γίνει «συνολική κουβέντα για το κόμμα, την παράταξη και τη χώρα, για το πώς πρέπει να κυβερνάται η Ελλάδα».

Το προτεινόμενο μοντέλο προβλέπει ότι όταν βουλευτής ορκίζεται υπουργός, η βουλευτική του ιδιότητα αναστέλλεται και ο επιλαχών βουλευτής αναλαμβάνει τη θέση, ώστε η περιφέρεια να έχει ισχυρή εκπροσώπηση. Οι ενστάσεις για αύξηση των γραφείων αφορούν πολλά «αν», και «περιμένουμε τις σκέψεις της κοινωνίας».

Για τον σταυρό προτίμησης δήλωσε: «Θεωρώ τον σταυρό ιερό· όποια πρόταση τον υποβαθμίζει είναι λάθος, είναι προς τη λάθος κατεύθυνση. Αυτή είναι προσωπική μου θέση, ταυτότητά μου». Δεν θα αντιπαρατεθεί με τον κ. Βενιζέλο, «κορυφαίο νομικό και πρώην αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, που έχει κάθε δικαίωμα να λέει την άποψή του».

Για το επιτελικό κράτος είπε ότι είναι «μοντέλο εφαρμογής οριζόντιων πολιτικών και διαχείρισης κρίσεων. Αν εν τω μεταξύ υπήρξαν λάθη ή καθυστερήσεις, όπως στον ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι άλλη συζήτηση».

Απαντώντας στον Αλέξη Τσίπρα σημείωσε ότι το πλήρες ασυμβίβαστο που εκείνος προτείνει «δεν είναι η θέση του πρωθυπουργού, αλλά εντελώς διαφορετική, επιβάλλοντας σε όποιον γίνεται υπουργός να μην κατεβαίνει ως βουλευτής». Κατηγόρησε τον πρώην πρωθυπουργό για φθηνά τεχνάσματα και ειδική αναφορά έκανε στα περί κλεισίματος των τραπεζών.

Για περαιτέρω ενίσχυση τόνισε ότι «για να δώσεις πρέπει να έχεις έσοδα». Η αντιπολίτευση «κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αύξησε τα φορολογικά έσοδα, ενώ ταυτόχρονα μείωνε τους φόρους· πώς; Με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και την ανάπτυξη». Τώρα ζητούν περισσότερα, «χωρίς να λένε από πού θα βρεθούν». «Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν άφησε ποτέ την κοινωνία αβοήθητη, αλλά ούτε έδωσε λεφτά δανεικά από τις επόμενες γενιές, όπως έκαναν πολλοί προκάτοχοι».

Καταλήγοντας, αναφέρθηκε σε μέτρα και μεταρρυθμίσεις: «Η Ελλάδα άντεξε τα μεγαλύτερα χτυπήματα –οικονομία, πανδημία, πόλεμος, εισβολή της Ρωσίας, πληθωρισμός, Μέση Ανατολή– και δημιούργησε 600.000 δουλειές. Ήρθαν επενδύσεις, έγινε ψηφιακό κράτος, μειώθηκαν 85 φόροι, ο μέσος μισθός ανέβηκε στα 1.500 ευρώ. Δεν είναι η σωτηρία, αλλά από εκεί που ήταν ο πάτος της Ευρώπης, σήμερα έχει διπλάσιους ρυθμούς ανάπτυξης, προεδρεύει στο Eurogroup». Οι εκλογές θα γίνουν το 2027, όπως έχει δηλώσει ο πρωθυπουργός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *