«Η Ελλάδα είναι ένας αναντικατάστατος σύμμαχος για τις ΗΠΑ και ενωμένοι είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε κάθε πρόκληση ως στρατηγικοί εταίροι», τόνισε η πρέσβης των ΗΠΑ Κίμπερλι Γκίλφοϊλ κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης «Διάλογοι της Νισύρου – Bridging the East Med».
Σύμφωνα με την ίδια, δουλεύει καθημερινά ώστε να δημιουργήσει νέες προοπτικές για διεύρυνση των ενεργειακών μας σχέσεων, ενδυνάμωση της άμυνάς μας και προσέλκυση αξιόπιστων επενδύσεων. «Η Ελλάδα ενσαρκώνει το όραμα του Προέδρου Τραμπ για ειρήνη μέσω ισχύος, όπως φαίνεται από τις επενδύσεις στον στρατό και τη δέσμευση στην κοινή ασφάλεια», σημείωσε.
«Για μια σταθερή Ανατολική Μεσόγειο χρειάζεται προβλεψιμότητα στη θάλασσα, καθαροί κανόνες και εμπιστοσύνη μεταξύ όλων των χωρών της περιοχής», υπογράμμισε η κα Γκίλφοϊλ.

Ανέφερε πως η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί ζωντανό άξονα εμπορίου και οικονομικών συναλλαγών, αλλά και πεδίο πιθανών τριβών εξαιτίας θαλάσσιων διαφορών, παράνομων μεταναστευτικών ροών και διαρκών απειλών. Οι συνεργασίες, τόνισε, οφείλουν να είναι αμοιβαίες και οι κοινές δεσμεύσεις να φέρνουν απτά αποτελέσματα, ιδιαίτερα στη Μεσόγειο, καθώς μια σταθερή και ανθεκτική Ανατολική Μεσόγειος είναι απαραίτητη.
«Ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελληνική Δημοκρατία, αναλαμβάνω σοβαρά την ευθύνη να διασφαλίσω ότι οι ΗΠΑ και η Ελλάδα θα συνεχίσουν να αποτελούν τους ισχυρότερους δυνατούς συμμάχους. Η ναυτική ισχύς, η δημοκρατική σταθερότητα και ο ανθεκτικός λαός της Ελλάδας την καθιστούν ζωτικό εταίρο στην προώθηση των κοινών μας στόχων».
Σημείωσε πως ο Πρόεδρος Τραμπ έχει ξεκαθαρίσει ότι η ενεργειακή ασφάλεια ισοδυναμεί με εθνική ασφάλεια στη νέα διατλαντική πραγματικότητα, και πως το αμερικανικό LNG, οι πόροι της Ανατολικής Μεσογείου και οι ευρωπαϊκές υποδομές είναι κρίσιμοι για αυτή τη νέα εποχή των σχέσεών μας.
«Δεν πρόκειται για αντίπαλες λύσεις. Πρόκειται για συμπληρωματικούς πυλώνες μιας νέας, πιο ασφαλούς ενεργειακής αρχιτεκτονικής. Με την υποστήριξη των ΗΠΑ, η Ελλάδα έχει αναδειχθεί σε βασικό περιφερειακό ενεργειακό κόμβο, επεκτείνοντας την ικανότητα εισαγωγής LNG, ενισχύοντας τις σχέσεις με τους γείτονές της και τοποθετώντας τον εαυτό της ως μια από τις κορυφαίες ενεργειακές πύλες προς την Ευρώπη».

Όπως είπε, τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή. Οι εξαγωγές LNG προς την Ευρώπη έχουν σημειώσει ιστορικά υψηλά και η απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έχει επιταχυνθεί. Οι συμφωνίες με ExxonMobil και Chevron, πρόσθεσε, είναι προϊόν στρατηγικού συντονισμού.
Η Ελλάδα, ανέφερε, αποτελεί το επίκεντρο, τον ενεργειακό κόμβο της Ευρώπης και τροφοδοτεί ολόκληρο τον κάθετο διάδρομο, μεταφέροντας LNG από την Ελλάδα μέχρι την Οδησσό. Σημείωσε πως υπάρχει συνεχής επικοινωνία και με τις υπόλοιπες χώρες του Κάθετου Διαδρόμου και γίνεται προσπάθεια ενίσχυσης. «Αυτό είναι μόνο η αρχή. Καθώς αναπτύσσουμε την υποδομή, θα μεγαλώνει. Είναι μακροπρόθεσμες συμφωνίες, οπότε τα οφέλη θα είναι ορατά για πολλά χρόνια».
Αναφέρθηκε στα ναυπηγεία της Ελευσίνας ως παράδειγμα αμερικανικών επενδύσεων και σημείωσε πως έχουν μετατραπεί σε ένα ανθηρό ναυπηγείο που προσφέρει ποιοτικές θέσεις εργασίας στην τοπική κοινότητα. «Η εξωτερική μας πολιτική έχει περάσει σε μια νέα εποχή, μια εποχή όχι λόγων, αλλά πράξεων και αποτελεσμάτων».
Τόνισε πως η Ελλάδα έχει ξεπεράσει ακόμη και τις πιο υψηλές προσδοκίες των ΗΠΑ, αφού έχει δεσμευτεί να διαθέσει το 5% του ΑΕΠ της στην άμυνα. Είπε πως διατηρεί στενή συνεργασία με τον Έλληνα πρωθυπουργό και τον υπουργό Ενέργειας και Περιβάλλοντος Σταύρο Παπασταύρου. «Οι ΗΠΑ θα στέκονται πάντα στο πλευρό του συμμάχου τους, ενός εκπληκτικού κράτους και γενέτειρας της δημοκρατίας», κατέληξε.

«Μου αρέσει να βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή», επισήμανε. «Είμαι εδώ ως Αμερικανίδα πρέσβης. Κάθε πρωί, όταν ξυπνάω, ψάχνω τρόπο να προωθήσω τα αμερικανικά συμφέροντα, τα χρήματα, τις υποδομές, να συνεργαστώ με την Ελλάδα και τους συμμάχους μας στην περιοχή, και αυτό σημαίνει να αντισταθώ ενεργά στα κινεζικά συμφέροντα».
«Θα το κάνω καθημερινά και δεν θα ζητήσω συγγνώμη, γιατί αυτή είναι η δουλειά μου και είναι προς όφελος της εθνικής ασφάλειας. Η Κίνα είναι έξυπνη. Είδε την ευκαιρία, ήρθε στην Ελλάδα. Αλλά ήταν σε μια περίοδο που η οικονομία δεν πήγαινε καλά και ήταν ο μοναδικός πλειοδότης. Αυτή είναι η πραγματικότητα», συμπλήρωσε.
Υπογράμμισε πως η Ευρώπη πρέπει να διδαχθεί από αυτό. «Όταν ξένες χώρες θέλουν να επενδύσουν στη χώρα σας, πρέπει να εξετάζονται διεξοδικά. Πλέον γίνεται αυτό. Τότε δεν συνέβαινε. Δεν υπήρχε κανένα μέτρο αποτροπής. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να επενδύσουμε σε χρήματα και υποδομές για να δημιουργήσουμε ένα ανταγωνιστικό λιμάνι που θα αντισταθμίζει τα κινεζικά συμφέροντα στον Πειραιά», κατέληξε.

