Αφετηρία της συνέντευξης που παραχώρησε στο www.ethnos.gr ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάσης Κοντογεώργης, αποτελούν η Συνταγματική Αναθεώρηση και το κλίμα γύρω από αυτήν.
Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «ο Πρωθυπουργός άνοιξε τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση προσδιορίζοντας τους βασικούς άξονες και καλώντας όλες τις πολιτικές δυνάμεις να συμμετάσχουν. Πενήντα χρόνια μετά το Σύνταγμα του 1975, καθώς η κοινωνία μεταλλάσσεται με ταχείς ρυθμούς, είναι αυτονόητο ότι ο καταστατικός χάρτης χρειάζεται να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις».
Συνεχίζει λέγοντας ότι «η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί κομματική άσκηση. Είναι μια κορυφαία θεσμική και κοινοβουλευτική διαδικασία που διαπερνά τη συγκυρία και μας φέρνει στον πυρήνα της δημοκρατίας. Είναι μια ευκαιρία και πρόκληση για το σύνολο του πολιτικού συστήματος ή, τουλάχιστον, για τις πολιτικές δυνάμεις που αντιλαμβάνονται αυτή την ευθύνη, να συζητήσουμε».
«Αυτό δεν συνεπάγεται», σημειώνει, «ότι θα συμφωνήσουμε απαραιτήτως σε όλα ή ότι έχουμε εξαλείψει τις πολιτικές μας διαφορές. Σημαίνει ότι μπορούμε να συνομιλούμε με καθαρότητα για τα μείζονα και να εντοπίζουμε σημεία σύγκλισης στα ζητήματα που αγγίζουν την ποιότητα της δημοκρατίας μας, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τη σταθερότητα της χώρας. Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιριακή αντιπαράθεση που θα τροφοδοτεί τις δυνάμεις της τοξικότητας και του λαϊκισμού».
Σε ευρύτερο σχόλιό του τονίζει ότι «οφείλουμε να κλείνουμε τα αυτιά μας στην τοξικότητα των άκρων, διαφορετικά παίζουμε στο δικό τους γήπεδο. Όταν ο δημόσιος διάλογος εκφυλίζεται, κερδίζουν έδαφος εκείνοι που αμφισβητούν τη δημοκρατία. Με δουλειά, μετριοπάθεια, σχέδιο και όραμα ενώνουμε την κοινωνία».
Σχετικά με το άρθρο 86, ο Θ. Κοντογεώργης επισημαίνει ότι «η συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 86 έχει ήδη ξεκινήσει από την κυβέρνηση και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, πολύ πριν την τραγωδία των Τεμπών. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είχε αναλάβει πρωτοβουλία για την αναθεώρηση του άρθρου το 2006 ως βουλευτής».
Και προσθέτει: «Η πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, όπως θα διαμορφωθεί με τη συνεισφορά των βουλευτών της ΝΔ, θα λάβει υπόψη πρώτον την ανάγκη να μην εξαρτάται η ποινική μεταχείριση ενός πολιτικού προσώπου από κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και δεύτερον να αξιολογηθούν δικλίδες ασφαλείας με διαφορετικό ρόλο για τη Βουλή».
Για τα ελληνοτουρκικά δηλώνει ότι «πέρα από τη σημασία της ίδιας της συνάντησης που σηματοδοτεί την αξία του διαλόγου και της καλής γειτονίας σε ένα ρευστό και διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, εξίσου σημαντικό είναι ότι αποκαταστήσαμε ένα σαφές πλέγμα συναντήσεων και ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας προς όφελος των δύο λαών».
Συνεχίζει: «Από το 2023 εργαζόμαστε με μια προσέγγιση τριών πυλώνων που περιλαμβάνουν τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Αυτή η στρατηγική έχει αποδώσει ήδη, αποτρέποντας τις εντάσεις του παρελθόντος και εμβαθύνοντας τη συνεργασία μας σε τομείς όπως η έκδοση της βίζας βραχείας διαμονής σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ενώ στο μεταναστευτικό, μέσω βελτιωμένου συντονισμού, μειώσαμε τις ροές κατά σχεδόν 60% τον τελευταίο χρόνο».
Παράλληλα, κατά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού, «δρομολογήθηκαν οι ετήσιες δράσεις των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης καθώς και νέες κοινές πρωτοβουλίες που διευρύνουν το πεδίο της διμερούς συνεργασίας σε τομείς όπως το διμερές εμπόριο και οι επενδύσεις, η πολιτική προστασία και ο πολιτισμός».
Ωστόσο, διευκρινίζει, «οι διαφωνίες παραμένουν σαφείς όσον αφορά την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Ωστόσο, ως γειτονικές χώρες, οφείλουμε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας με ψυχραιμία και υπευθυνότητα. Είναι σημαντικό, ακόμη κι όταν διαφωνούμε, να συνεχίζουμε να μιλάμε με ειλικρίνεια, καλή πίστη και αμοιβαίο σεβασμό, αποφεύγοντας κρίσεις και εντάσεις. Η Ελλάδα είναι δύναμη ειρήνης στην περιοχή και επιδιώκουμε μια συνεργασία που θα ενισχύσει την περιφερειακή σταθερότητα».
Συνοπτικά, για τα υπόλοιπα ζητήματα της συνέντευξης, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ αναφέρει ότι «η στήριξη και η ανάπτυξη της περιφέρειας αποτελεί για εμάς εθνικό στόχο που στηρίζεται στην αρχή ότι η ανάπτυξη πρέπει να κατανέμεται δίκαια, αναλογικά και ομοιόμορφα σε όλη τη χώρα και οι πολιτικές μας να ενισχύουν το δικαίωμα κάθε πολίτη να ζει και να δημιουργεί στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, αν το επιθυμεί».
Για την ακρίβεια, επικαλείται «τη σημαντική φορολογική μεταρρύθμιση που ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα μέσω του προϋπολογισμού του 2026. Μετά τους μισθωτούς του δημοσίου τομέα, τις προηγούμενες μέρες, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα είδαν τις αυξήσεις αυτές στους λογαριασμούς τους με την τελευταία μισθοδοσία». Παράλληλα, τονίζει ότι «εντείνουμε την προσπάθεια για αποτελεσματικότερο έλεγχο της αγοράς μέσω της λειτουργίας της νέας Ανεξάρτητης Αρχής».
Απαντώντας στην κριτική για «μεταρρυθμιστική κόπωση», παραπέμπει στον προγραμματισμό της κυβέρνησης για το 2026, ο οποίος «περιλαμβάνει 10 βασικές νομοθετικές πρωτοβουλίες και 30 μεγάλα έργα και μεταρρυθμίσεις».
Τέλος, για τις μετεκλογικές συνεργασίες υπογραμμίζει ότι «ο πρωθυπουργός με την πολιτική που εφαρμόζει έχει ενισχύσει, κοινωνικά, οικονομικά και γεωπολιτικά τη χώρα μας. Παράλληλα διατηρεί ισχυρή την κοινωνική συμμαχία που στηρίζει αυτή την προσπάθεια, επειδή η πολιτική μας απευθύνεται σε όλους τους πολίτες και όχι μόνο σε επιμέρους κοινωνικές ομάδες».
Συμπληρώνει ότι «όσο η κυβέρνηση υλοποιεί την πολιτική της, φέρνει αποτελέσματα και παρουσιάζει την πρόταση για την Ελλάδα του μέλλοντος, συνομιλώντας με την κοινωνία με μετριοπάθεια και σεμνότητα, τόσο θα διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για μια νέα εκλογική νίκη».
Και καταλήγει: «Σε μια εποχή που όλα αλλάζουν και τίποτα δεν είναι δεδομένο, μια σταθερή κυβέρνηση είναι απαραίτητη για να συνεχίσει η χώρα στο δρόμο της ανάπτυξης και της προόδου. Η αυτοδυναμία παραμένει ο σταθερός μας στόχος. Οι πολίτες όμως θα καθορίσουν τους συσχετισμούς και ο Πρωθυπουργός, με απόλυτο σεβασμό στο Σύνταγμα και στη δημοκρατική μας παράδοση, θα ενεργήσει ανάλογα και υπεύθυνα».
