Με επίκεντρο το αγροτικό ζήτημα, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Θανάσης Κοντογεώργης δήλωσε από το ξεκίνημα, σε συνέντευξή του στον «Αθήνα 9,84», ότι «διαφαίνεται να κρύβονται κομματικές σκοπιμότητες πίσω από την άρνηση ενός μικρού αριθμού να συμμετάσχουν στις προγραμματισμένες συναντήσεις». Υπενθυμίζοντας πως από την πρώτη στιγμή των αγροτικών κινητοποιήσεων και αναγνωρίζοντας ότι το 2025 ήταν μια δύσκολη χρονιά για τον αγροτικό κόσμο, τόνισε πως «υπήρξε κλίμα ήπιας διαχείρισης και ανοχής ώστε να υπάρξει συνεργασία σε οποιοδήποτε επίπεδο, μέχρι και του πρωθυπουργού, για να δοθούν λύσεις σε ορισμένα ζητήματα». Η κυβέρνηση ικανοποίησε αρκετά από τα αιτήματα των αγροτών, προχώρησε στις σχετικές ανακοινώσεις και «θεωρούσαμε ότι μετά από όλα αυτά δεν υπήρχε λογική να συνεχίζονται κινητοποιήσεις από κάποιους αγρότες».
Σε ό,τι αφορά τα διαδικαστικά πριν από τις σημερινές συναντήσεις, ο Θ. Κοντογεώργης επισήμανε πως «αποδεχθήκαμε να διεξαχθούν δύο διαφορετικές συναντήσεις, επειδή δεν τα έβρισκαν μεταξύ τους, δεχθήκαμε έναν συγκεκριμένο αριθμό τελικά στο τέλος». Ωστόσο, υπογράμμισε, «δεν ήταν εφικτό να συμμετέχουν 35 άτομα σε μία συνάντηση» και τελικά «χρεώνουν οι ίδιοι την αναβολή της συνάντησης». «Παρά ταύτα, στις 3 μ.μ. θα συναντηθούμε με τον πρωθυπουργό εκπροσώπους αγροτικών φορέων», διευκρίνισε, προσθέτοντας πως κάποιοι εκπρόσωποι αγροτών «δεν προσέρχονται σε μια συζήτηση με τον πρωθυπουργό για ζητήματα που αφορούν το δικό τους παρόν και το μέλλον».
Σε κάθε περίπτωση, τόνισε πως «η πόρτα του πρωθυπουργού και όλων μας στην κυβέρνηση παραμένει ανοιχτή στο σύνολο του αγροτικού κόσμου». «Απευθυνόμαστε σε 500.000 – 600.000 αγρότες, υπάρχουν όντως ζητήματα που τους απασχολούν», παραδέχθηκε και μίλησε για «σχέση συνεργασίας και εμπιστοσύνης όλα αυτά τα χρόνια, παρά τις διακυμάνσεις, τις δυσκολίες και τις αναταράξεις που μπορεί να υπάρξουν».
Ωστόσο, υπογράμμισε πως «όταν ο πρωθυπουργός απευθύνει δύο φορές πρόσκληση και υπάρξει άρνηση από συγκεκριμένους ανθρώπους, αντιλαμβάνεστε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια. Άρα θα συζητήσουμε με όσους το επιθυμούν».
Παράλληλα, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ έκανε σαφές πως «δεν μπορεί να συνεχιστεί η διατάραξη της κοινωνικής και οικονομικής λειτουργίας της χώρας».
Για την επόμενη ημέρα, σημείωσε: «Εμείς, όπως και κάθε κράτος (της Ευρωπαϊκής Ένωσης) έχουμε υποχρέωση εντός του 2026 και ίσως του 2027 να διαμορφώσουμε ένα εθνικό πλάνο που θα αφορά την περιφερειακή ανάπτυξη και συνοχή». Παράλληλα, «ο πυλώνας της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής θα είναι σημαντικός, όπως και τα προγράμματα ανταγωνιστικότητας που ενώνονται σε ένα υπερταμείο», κατέληξε για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Αλλάζοντας θέμα και την επομένη της συνάντησης των πρωθυπουργών Ελλάδας και Ισπανίας, ο Θ. Κοντογεώργης αναφέρθηκε στα κοινά προτάγματα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, μεταξύ των οποίων και η νέα ΚΑΠ.
Για τα αμιγώς πολιτικά, ερωτηθείς για τα πολιτικά σχέδια της Μαρίας Καρυστιανού, ο υφυπουργός απάντησε πως «όταν προσδιορίσει με σαφήνεια τις προτάσεις και το πλαίσιο, τότε θα υπάρξει πολιτική συζήτηση, κριτική και αντιπαράθεση αν χρειαστεί. Θα τα δούμε όλα τότε».
Πάντως, διαπίστωσε πως «όλοι εκείνοι που είχαν επενδύσει στην τοξικότητα και την εργαλειοποίηση της υπόθεσης των Τεμπών, μέσα από την οποία αναδείχθηκε η κυρία Καρυστιανού, τώρα είναι οι πρώτοι που στρέφονται εναντίον της».
Και έστειλε το μήνυμα πως «η κυβέρνηση δεν θα προχωρήσει με όρους τοξικότητας, λαϊκισμού, διαιρετικού λόγου. Θα προχωρήσουμε με όρους αισιοδοξίας και ρεαλιστικής πολιτικής για την επόμενη μέρα».
Επιπλέον, τόνισε πως «αυτό που κάναμε τα προηγούμενα χρόνια, θα συνεχίζουμε να το κάνουμε και μέχρι τις εκλογές. Προσπαθούμε να βελτιώνουμε τις ζωές των συμπολιτών μας, να δίνουμε λύσεις στα προβλήματα που υπάρχουν αλλά και στις έκτακτες κρίσεις που συμβαίνουν. Δυστυχώς είμαστε σε έναν εξαιρετικά ευμετάβλητο περιβάλλον που πολλές φορές δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει την επόμενη ημέρα».
Και, τέλος, για τον εκλογικό στόχο της Νέας Δημοκρατίας, «οι πολιτικές μας απευθύνονται σε όλους τους Έλληνες. Ο στόχος μας είναι η αυτοδυναμία. Ειδικά σε αυτούς τους καιρούς χρειάζεται να κυβερνήσεις γρήγορα και αποτελεσματικά», ωστόσο, «ο λαός θα αποφασίσει και θα κανονίσει τις ισορροπίες», κατέληξε.
