Στην αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην εκδίκαση των υποθέσεων διαφθοράς—οι οποίες προκαλούν διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στους θεσμούς του κράτους δικαίου—στοχεύει το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη σύσταση του Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου Παρακολούθησης Υποθέσεων Διαφθοράς, που υπερψηφίστηκε την περασμένη Τετάρτη, όπως επισημαίνει στο «Πρώτο Θέμα» ο υπουργός Επικρατείας αρμόδιος για την παρακολούθηση των κυβερνητικών πολιτικών, Άκης Σκέρτσος, με άρθρο του υπό τον τίτλο «Οργανωμένο κράτος απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα».
Ο υπουργός Επικρατείας περιγράφει «μία οργανωμένη απάντηση του κράτους σε ένα χρόνιο έλλειμμα: την απουσία ενιαίας, αξιόπιστης και μετρήσιμης εικόνας για την πορεία των υποθέσεων διαφθοράς στη χώρα». Ασκεί κριτική στην αντιπολίτευση για τη στάση της στο νομοσχέδιο, επισημαίνοντας ότι αφενός «ασκεί ανέξοδη κριτική για θέματα διαφθοράς ζητώντας περισσότερη διαφάνεια, λογοδοσία και αυστηρότερη αντιμετώπιση» και «ταυτόχρονα καταψηφίζει ένα θεσμικό εργαλείο που κινείται ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση». Και προσθέτει: «Η καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος δεν επιτυγχάνεται με γενικές διακηρύξεις. Απαιτεί συστήματα παρακολούθησης, διαλειτουργικότητα, σαφείς αρμοδιότητες, προστασία δεδομένων και δημόσια λογοδοσία. Το Ενιαίο Ψηφιακό Μητρώο είναι ένα τέτοιο εργαλείο».
Η υπερψήφιση, την περασμένη Τετάρτη, του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη σύσταση του Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου Παρακολούθησης Υποθέσεων Διαφθοράς αποτελεί μία θεσμική επιλογή υψηλού συμβολισμού αλλά και επιχειρησιακής χρησιμότητας, με σαφές πολιτικό αποτύπωμα. Δεν πρέπει να εκληφθεί ως ακόμη μία τεχνική παρέμβαση πληροφορικής. Είναι μία οργανωμένη απάντηση του κράτους σε ένα χρόνιο έλλειμμα: την απουσία ενιαίας, αξιόπιστης και μετρήσιμης εικόνας για την πορεία των υποθέσεων διαφθοράς στη χώρα.
Επί χρόνια, τα δεδομένα ήταν διάσπαρτα. Οι συναρμόδιες αρχές δεν διέθεταν κοινή γλώσσα. Η ακριβής θέση κάθε υπόθεσης στο διαδικαστικό στάδιο παρέμενε αδιευκρίνιστη. Δεν υπήρχε σαφής συσχέτιση καταγγελιών, ποινικών διώξεων και τελεσίδικων αποφάσεων. Το αποτέλεσμα ήταν και παραμένει καθυστερήσεις στην εκδίκαση, δυσκολία αξιολόγησης πολιτικών και λειψή λογοδοσία.
Όλα αυτά ενισχύουν διαχρονικά κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: τη διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στους θεσμούς του κράτους δικαίου. Την άνοδο του λαϊκισμού και του αντισυστημισμού. Την αίσθηση ότι τα «μεγάλα ψάρια» καταφέρνουν πάντα να ξεφεύγουν από τα «δίχτυα» του κράτους και της δικαιοσύνης.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις εκθέσεις της για το κράτος δικαίου, έχει ζητήσει από τη χώρα να δημιουργήσει αξιόπιστο ιστορικό επιδόσεων στις διώξεις και τις τελεσίδικες αποφάσεις, ιδίως σε υποθέσεις υψηλού προφίλ. Ο ΟΟΣΑ έχει διατυπώσει επιφυλάξεις για την έρευνα και τη στατιστική αποτύπωση των υποθέσεων διαφθοράς. Επομένως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι αμυντική. Πρέπει να είναι θεσμική και μεταρρυθμιστική.
Το Ενιαίο Ψηφιακό Μητρώο συστήνει για πρώτη φορά μία ηλεκτρονική βάση δεδομένων που θα καταγράφει κάθε υπόθεση διαφθοράς από το πρώτο στάδιο διερεύνησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση. Κάθε υπόθεση λαμβάνει μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό.
Η ταξινόμηση στηρίζεται σε κατάλογο αδικημάτων διαφθοράς, ο οποίος ευθυγραμμίζεται με τον Ποινικό Κώδικα και τους ειδικούς ποινικούς νόμους, αλλά και με διεθνείς πράξεις και ορισμούς ή συστάσεις διεθνών οργανισμών που ασχολούνται με την παρακολούθηση και αντιμετώπιση της διαφθοράς, ειδικότερα τη Σύμβαση του ΟΟΣΑ για την Καταπολέμηση της Δωροδοκίας Αλλοδαπών Δημοσίων Λειτουργών, κυρωθείσα με τον ν. 2656/1998.
Υπόχρεες για την ενημέρωση είναι η Βουλή, τα δικαστήρια και οι εισαγγελίες, οι αστυνομικές αρχές, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας και η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων.
Καθιερώνεται αυστηρό πλαίσιο ψευδωνυμοποίησης—αποταυτοποίησης και αποσύνδεσης των υποκειμένων από τα δεδομένα—σύμφωνα με τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων της ΕΕ, καθώς και τριμελής επιτροπή εποπτείας της λειτουργίας του Μητρώου, σύμφωνα με τους σκοπούς του. Προβλέπεται ετήσια δημόσια έκθεση προς τη Βουλή.
Με άλλα λόγια: διαφάνεια με κανόνες, λογοδοσία με μετρήσιμα στοιχεία, πολιτική που στηρίζεται σε δεδομένα.
Η αντιπολίτευση, ωστόσο, καταψήφισε το νομοσχέδιο επί της αρχής και στα περισσότερα άρθρα. Η στάση της γεννά εύλογα ερωτήματα. Την ίδια ώρα που ζητά περισσότερη διαφάνεια, λογοδοσία και αυστηρότερη αντιμετώπιση της διαφθοράς, καταψηφίζει ένα θεσμικό εργαλείο που κινείται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση.
Κριτική είναι επιτρεπτή. Η άρνηση σε κάθε δομική μεταρρύθμιση, όμως, υπονομεύει την αξιοπιστία της ίδιας της κριτικής. Αν θέλουμε πράγματι θεσμούς που λειτουργούν, οφείλουμε να στηρίζουμε τις πολιτικές που τους ενισχύουν. Διαφορετικά, οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης καθίστανται φορείς του «όχι σε όλα» και του «ναι στο τίποτα».
Η μεταρρύθμιση δεν είναι μεμονωμένη. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο εθνικό σχέδιο. Η Ελλάδα έχει θέσει ως οραματικό στόχο έως το 2030 – στην επέτειο των 200 ετών από τη σύσταση του ελληνικού κράτους – την αναβάθμιση ολόκληρου του θεσμικού οπλοστασίου για τη διαφάνεια στο Δημόσιο, την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ελεγκτικών μηχανισμών και το ξερίζωμα των πελατειακών σχέσεων που τραυμάτισαν επί δεκαετίες τη λειτουργία της διοίκησης.
Οι προτεινόμενες αλλαγές στο πλαίσιο της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης—για την άσκηση ποινικών ευθυνών υπουργών, τον τρόπο επιλογής ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, την ουσιαστική αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων—στοχεύουν ακριβώς σε αυτό: στη θωράκιση της θεσμικής ακεραιότητας. Δεν πρόκειται για αποσπασματικές διορθώσεις, αλλά για παρεμβάσεις που επιδιώκουν να κλείσουν ιστορικές εκκρεμότητες του πολιτικού συστήματος.
Τα αποτελέσματα της στρατηγικής υπέρ της νομιμότητας παντού αποτυπώνονται ήδη σε διεθνείς αξιολογήσεις. Στην τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου, η χώρα μείωσε τις συστάσεις της από επτά σε τέσσερις, συγκαταλέγεται πλέον στα κράτη-μέλη με τις λιγότερες συστάσεις. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Economist Intelligence Unit, η Ελλάδα επανήλθε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά—μετά από δεκαπέντε χρόνια—στην ομάδα των 25 χωρών που κατατάσσονται ως πλήρεις δημοκρατίες.
Οι δείκτες δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Αποτελούν, όμως, ένδειξη ότι οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις αποδίδουν. Ότι η χώρα αποκαθιστά σταδιακά την αξιοπιστία της.
Η καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος δεν επιτυγχάνεται με γενικές διακηρύξεις. Απαιτεί συστήματα παρακολούθησης, διαλειτουργικότητα, σαφείς αρμοδιότητες, προστασία δεδομένων και δημόσια λογοδοσία. Το Ενιαίο Ψηφιακό Μητρώο είναι ένα τέτοιο εργαλείο.
Με την υπερψήφισή του, η Βουλή όχι απλώς ενέκρινε μία βάση δεδομένων. Επέλεξε έναν διαφορετικό τρόπο άσκησης πολιτικής: με κανόνες, διαφάνεια και μετρήσιμα αποτελέσματα. Και αυτός είναι ο πυρήνας μιας ώριμης, πλήρους δημοκρατίας.
