web analytics

Μαρινάκης: Η ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος χωρίς πραγματική συναίνεση.

Με το άνοιγμα της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, την ώρα που το πολιτικό θερμόμετρο έχει ήδη ανέβει και η συναίνεση φαντάζει καθαρά ζητούμενο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης περιγράφει τις προθέσεις της κυβέρνησης, τα όρια και τις ευθύνες της αντιπολίτευσης, αναδεικνύοντας το διακύβευμα: ένα Σύνταγμα προσανατολισμένο στο μέλλον και όχι δέσμιο του παρελθόντος.

Από τις εσωκομματικές ισορροπίες και τις πιθανές μετεκλογικές συνεργασίες, μέχρι τα εθνικά ζητήματα, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τις ραγδαίες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ο κ. Μαρινάκης, σε συνέντευξή του στο Action 24, σκιαγραφεί το σημερινό πολιτικό σκηνικό και τις γραμμές αντιπαράθεσης που θα ορίσουν το αύριο.

«Καταρχάς, προφανώς θα ακούσουμε τις προτάσεις. Από μόνο του το Σύνταγμα και η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης είναι η κοινοβουλευτική διαδικασία που απαιτεί τις περισσότερες υπερβάσεις από όλους. Χωρίς ουσιαστική συναίνεση δεν θα υπάρξει ουσιαστική αναθεώρηση και, το σημαντικότερο, δεν θα επιτευχθεί ο στόχος: ένα Σύνταγμα που κοιτάζει στο μέλλον και δεν παραμένει κολλημένο στο παρελθόν. Υπάρχει προηγούμενο από τις τέσσερις συνταγματικές αναθεωρήσεις. Η πιο πρόσφατη, που συνοδεύτηκε από έντονη συναίνεση και ουσιαστική ανανέωση πολλών άρθρων, ήταν του 2001. Τότε, με κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ και σε κλίμα συνεννόησης, η τότε αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας προχώρησε σε αναθεώρηση σημαντικών διατάξεων. Υπάρχει και το αντι-παράδειγμα: η επόμενη αναθεώρηση το 2008, όπου η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ επαναπαύθηκε σε βλαπτική, όπως αποδείχθηκε, κωλυσιεργία για το άρθρο 16, με αποτέλεσμα να ακυρωθούν οι αρχικοί σχεδιασμοί. Η ιστορία δείχνει το δρόμο. Θεωρώ ότι έχουμε φτάσει σε σημείο όπου δεν υπάρχει άλλη επιλογή για το πολιτικό σύστημα. Πρέπει να κοιτάξουμε πολύ πιο ψηλά κάποια θέματα. Ο πρωθυπουργός έθεσε ορισμένα ζητήματα· είμαστε εδώ να τα συζητήσουμε, γι’ αυτό και ανοίγει με αυτόν τον τρόπο η διαβούλευση», σημειώνει ο κ. Μαρινάκης.

Αναγνωρίζοντας ότι η προεκλογική περίοδος είναι έντονα πολωμένη και τοξική, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογραμμίζει ότι η ευθύνη για την επιτυχία ή την αποτυχία της αναθεώρησης βαραίνει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Καταλογίζει στην αντιπολίτευση ότι προτιμά τη στρατηγική της άρνησης, του τοξικού λόγου και της εργαλειοποίησης τραγικών γεγονότων, αντί να καταθέτει ουσιαστικές εναλλακτικές, τακτική που –όπως λέει– δεν της έχει προσδώσει πολιτικά οφέλη. Θεωρεί τη σημερινή συγκυρία μοναδική ευκαιρία και προειδοποιεί ότι όλοι θα κριθούν ιστορικά. Δηλώνει συγκρατημένα αισιόδοξος πως το ΠΑΣΟΚ, παρά τις εσωτερικές διαφορές του, μπορεί να υιοθετήσει συναινετική στάση, θυμίζοντας ότι Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ είχαν συνεργαστεί σε καίριες στιγμές για να διασφαλίσουν την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. «Το Σύνταγμα, όταν αναθεωρείται ορθά, θέτει τα θεμέλια· χρειάζονται όμως και οι εκτελεστικοί νόμοι, ώστε να αλλάξει προς το καλύτερο η ζωή των πολιτών και ο τρόπος διακυβέρνησης. Πιστεύω πως το ΠΑΣΟΚ, αν κοιτάξει την ιστορία του, μπορεί να επιλέξει πιο συναινετική στάση και είμαι συγκρατημένα αισιόδοξος», τονίζει.

Σε ερώτηση για το ενδεχόμενο προσέγγισης της ΝΔ προς το ΠΑΣΟΚ σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, ο κ. Μαρινάκης απαντά ότι απομένει περίπου ένας χρόνος μέχρι τις εκλογές, περίοδος που θα καθορίσει τις αφετηρίες των κομμάτων. Θέτει ως στρατηγικό στόχο της Νέας Δημοκρατίας την αυτοδυναμία, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση έχει συγκεκριμένο έργο να επιδείξει: αυξήσεις μισθών, νέες θέσεις εργασίας, ραγδαία μείωση της ανεργίας των νέων και επιτυχημένες πρωτοβουλίες στην εξωτερική και ενεργειακή πολιτική. Επιμένει πως η αυτοδυναμία είναι το μόνο ρεαλιστικό σενάριο διατήρησης της σταθερότητας και της προόδου, απορρίπτοντας λογικές «χάους». Διευκρινίζει ότι, εάν οι πολίτες επιλέξουν διαφορετικά, η κυβέρνηση έχει συνταγματική υποχρέωση να αναζητήσει άλλο τρόπο διακυβέρνησης, με μοναδικό δυνητικό συνομιλητή το ΠΑΣΟΚ. Εκτιμά όμως ότι η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη, έχει ήδη αποκλείσει κάθε συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, προτιμώντας τη σύμπλευση με άλλες δυνάμεις· γεγονός που καθιστά τη συνεργασία εξαιρετικά δύσκολη και ενισχύει, κατά τον ίδιο, την αυτοδυναμία ως μονόδρομο.

Στη συνέχεια ο κ. Μαρινάκης επισημαίνει ότι, παρά τη διεθνή γεωπολιτική αστάθεια, η Ελλάδα ενισχύει διαρκώς τον ρόλο της ως στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ και ενεργειακή πύλη προς την Ευρώπη, μέσα από επενδύσεις σε έργα όπως ο κάθετος άξονας και την παρουσία μεγάλων ενεργειακών κολοσσών. Δηλώνει ότι δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα ημερομηνία συνάντησης Μητσοτάκη-Τραμπ. Ανακοινώνει ότι το τετ-α-τετ Μητσοτάκη-Ερντογάν θα πραγματοποιηθεί την επόμενη εβδομάδα και υπερασπίζεται ξεκάθαρα τη στρατηγική του διαλόγου με την Τουρκία χωρίς παρεκκλίσεις από τις κόκκινες γραμμές. Υποστηρίζει ότι η πολιτική αυτή έχει αποφέρει χειροπιαστά αποτελέσματα (ΑΟΖ, χωρικά ύδατα, αμυντική θωράκιση, διεθνείς συμμαχίες), σε αντίθεση με λογικές απομόνωσης και «εύκολου πατριωτισμού». «Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, επί των ημερών του Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει καταφέρει όσα δεν είχαν γίνει ολόκληρες δεκαετίες. Τα έχει καταφέρει όχι με ψευτοπατριωτισμούς, όχι με απομόνωση, αλλά με στρατηγικό διάλογο, στον οποίο δεν υποχωρούμε, δεν συζητάμε καν ζητήματα κόκκινων γραμμών, αλλά διεκδικούμε», τονίζει.

Διευκρινίζει πως η κυρία Καρυστιανού δεν αποτελεί πολιτικό αντίπαλο όσο δεν έχει συγκροτήσει κόμμα και δεν έχει διατυπώσει επίσημες θέσεις.

Απορρίπτει επίσης την ύπαρξη εσωτερικής σύγκρουσης στη Νέα Δημοκρατία με πρώην πρωθυπουργούς, λέγοντας ότι δεν χρειάζεται εσωστρέφεια ή σύγκρουση με ιστορικά στελέχη. Υπογραμμίζει ότι η διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά δεν ήταν επιθυμητή, αλλά αναγκαστική λόγω υπέρβασης «κόκκινων γραμμών», κυρίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και δημόσιων χαρακτηρισμών. Επισημαίνει ότι κανείς δεν χάρηκε με αυτή την εξέλιξη και ότι στόχος της κυβέρνησης είναι η ενότητα και η συμβολή όλων στον δημόσιο διάλογο για το μέλλον της χώρας. Καταλήγει ότι η θέση των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας είναι εντός της παράταξης, αλλά η απόφαση για τη διαγραφή ήταν αναγκαστική και όχι προϊόν διάθεσης σύγκρουσης.

Ερωτηθείς, ο Παύλος Μαρινάκης παραδέχεται ότι η φράση της κυρίας Αλεξοπούλου ήταν άστοχη και προκάλεσε πολιτική ζημία, αλλά επισημαίνει πως παρερμηνεύτηκε και αξιοποιήθηκε επικοινωνιακά από την αντιπολίτευση. Διευκρινίζει ότι το επίκεντρο είναι τα όρια των κρατικών παροχών και η ανάγκη κοστολογημένων προτάσεων, απορρίπτοντας λογικές «δωρεάν παροχών» δίχως πόρους. Αποκλείει σενάρια ανασχηματισμού, εξηγώντας ότι οι υπουργοί αξιολογούνται συνεχώς από τον πρωθυπουργό και τους πολίτες. Υπερασπίζεται τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις απορρόφησης και ότι τα έργα συνεχίζονται ακόμη κι αν αλλάξει πηγή χρηματοδότησης. Αναφέρει τα απτά οφέλη σε υγεία, πολιτική προστασία, παιδεία και υποδομές. Παραδέχεται πως στο ΕΣΥ παραμένει ζήτημα στελέχωσης, παρά την αύξηση προσωπικού και μισθών, και τονίζει την ανάγκη περισσότερων κινήτρων και περαιτέρω ενίσχυσης των αποδοχών των υγειονομικών.

Ο κ. Μαρινάκης δηλώνει ότι η προεκλογική του δράση στον Βόρειο Τομέα έχει ξεκινήσει εδώ και έναν χρόνο, μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του από τον πρωθυπουργό, ενώ τα εγκαίνια του πολιτικού του γραφείου στις 18 Φεβρουαρίου στο Νέο Ψυχικό σηματοδοτούν την επίσημη έναρξη της τελικής φάσης της προεκλογικής περιόδου. Τονίζει ότι δεν βλέπει ανταγωνιστικά τα έμπειρα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας που είναι συνυποψήφιοί του, αλλά συμπληρωματικά, προβάλλοντας τη δική του διαδρομή ως εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς, με πολιτική πείρα από την ΟΝΝΕΔ και επαγγελματική πορεία εκτός κομματικού μηχανισμού. Κλείνοντας, υπογραμμίζει ότι επέλεξε τον Βόρειο Τομέα γιατί εκφράζει τη μεσαία τάξη και τις καθημερινές αγωνίες των πολιτών, τις οποίες θέλει να εκπροσωπήσει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *