Η κυβέρνηση δεν έχει καμία πρόθεση να οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές εξαιτίας της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, ξεκαθάρισε, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, τονίζοντας πως θα ήταν το ελάχιστο ανεύθυνο να προκαλούσε εκλογές υπό τις συνθήκες που επικρατούν παγκοσμίως και που επιβάλλουν την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας.
Ο κ. Μαρινάκης δέχθηκε πλήθος ερωτήσεων για τις εξελίξεις με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, πως κάθε υπόθεση έχει τη δική της σημασία και πως θα τοποθετηθεί επίσημα όταν η δικογραφία φτάσει στη Βουλή και η κυβέρνηση λάβει γνώση. Επισήμανε ωστόσο πως το δόγμα, αφού πρώτα περιέλθει η δικογραφία, είναι ότι η κυβέρνηση της ΝΔ έχει δείξει πως κινείται στην κατεύθυνση να γίνονται δεκτά τα αιτήματα άρσης ασυλίας. Έφερε ως παράδειγμα τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, λέγοντας ότι την τετραετία 2019-2023 έγιναν δεκτά 48 αιτήματα άρσης ασυλίας και απορρίφθηκαν 26· την περίοδο 2015-2019 έγιναν δεκτά 32 και απορρίφθηκαν 61. Συνολικά, όπως είπε, μέχρι σήμερα έχουν γίνει δεκτά 97 αιτήματα, προσθέτοντας πως 20 εν ενεργεία βουλευτές της ΝΔ είναι σήμερα υπό καθεστώς άρσης ασυλίας. «Αρχή μας είναι όταν υπάρχει αίτημα άρσης ασυλίας να γίνεται δεκτό» σημείωσε, προσθέτοντας πως από τις διαρροές της δικογραφίας προκύπτει «συνδρομή σε περιπτώσεις παράτυπων επιδοτήσεων».
Επανέλαβε πως το τι συνέβη είναι αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης και πως θα λογοδοτήσει όποιος πρέπει, ενώ η δουλειά της κυβέρνησης είναι να βάλει τέλος, να πει «ως εδώ».
Αυτό, συνέχισε ο κ. Μαρινάκης, έγινε πράξη με τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, μια μεγάλη μεταρρύθμιση που καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε παρέμβαση. Κατηγόρησε τα κόμματα της αντιπολίτευσης που δεν υπερψήφισαν τη μεταρρύθμιση, λέγοντας πως είναι οι ίδιοι που σήμερα διαμαρτύρονται.
«Βλέπω κάποια παλιά στελέχη όλων των κομμάτων που ανακάλυψαν τώρα το ρουσφέτι και το τηλεφώνημα για εξυπηρέτηση ψηφοφόρων» είπε, προσθέτοντας πως δεν πρέπει να στοχοποιείται το σύνολο όσων ενδιαφέρθηκαν για συμπολίτες τους, «αλλά να μείνουμε σε αυτούς που έκαναν κάτι παράτυπο». Συμπλήρωσε πως «πρέπει να ακούσουμε την κοινωνία, η κοινωνία άφησε πίσω της αυτά τα φαινόμενα, σήμερα είναι 2026 και όχι 2016 ή 2006 ή 1986».
Σχετικά με τις κατηγορίες της αντιπολίτευσης περί «καθεστώτος», ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε πως αυτά είναι εκτός τόπου και χρόνου, και πως δεν θυμάται κανένα «καθεστώς» όπου η διαδικασία των διωκτικών αρχών να λειτουργεί τόσο άψογα, με επισυνδέσεις που έγιναν από τις ελληνικές αρχές και όχι από την ευρωπαϊκή εισαγγελία, και να λογοδοτούν οι βουλευτές αυτού του «καθεστώτος» αν έχουν διαπράξει κάτι παράνομο.
Σε ερώτηση για πιθανές παραιτήσεις υπουργών απάντησε: «ας μη βιαζόμαστε, να δούμε εάν πράγματι αναφέρονται εν ενεργεία κυβερνητικά στελέχη». «Δεν θα αποφύγουμε να απαντήσουμε σε κανένα ερώτημα, είναι πολύ νωρίς, όταν υπάρχει εικόνα θα δοθούν απαντήσεις και θα καλύψουν την κοινωνία» πρόσθεσε.
Επανέλαβε πως δεν υπάρχει θέμα απώλειας της δεδηλωμένης, «γιατί εμείς αίρουμε ασυλίες, και οι περισσότεροι ζητούν να αρθεί η ασυλία τους για να ελεγχθούν».
Για τα ονόματα που ακούγονται στη δικογραφία είπε πως δεν σχολιάζει φήμες και τόνισε πως η διαφορά του άρθρου 86 με την άρση ασυλίας είναι ότι στη Βουλή γίνεται ποινική αξιολόγηση για την άρση ασυλίας υπουργών, ενώ για τους βουλευτές η δικαιοσύνη ζητά την άρση. Για τις περιπτώσεις Βορίδη-Αυγενάκη ανέφερε πως δεν προέκυψε κανένα στοιχείο και πως η κυβέρνηση ακολούθησε το Σύνταγμα.
«Στις περιπτώσεις υπουργών χρειάζεται αξιολόγηση. Αν υπάρξουν ενδείξεις θα ακολουθηθεί το άρθρο 86, αν όχι δεν θα στείλουμε ανθρώπους να δικαστούν επειδή το ζητά η αντιπολίτευση. Υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ βουλευτών και υπουργών. Επί των ημερών μας παραπέμφθηκαν δύο υπουργοί του κόμματός μας, οι κ.κ. Καραμανλής και Τριαντόπουλος» είπε ο κ. Μαρινάκης.
Πρόσθεσε πως «για να κρίνουμε έναν υπουργό ή βουλευτή πρέπει να δούμε γιατί κατηγορείται ή τι έχει κάνει. Η πολιτική καταδίκη χωρίς ενημέρωση είναι ανεύθυνη και ανέντιμη. Πρέπει να δούμε πρώτα τι περιέχει η δικογραφία. Δεν θυμάμαι άλλη κυβέρνηση να έχει δώσει δικαίωμα σύστασης εξεταστικής στην αντιπολίτευση».
Σε ερώτηση για τη στάση της Ελλάδας σε ενδεχόμενη υποστήριξη χωρών στον πόλεμο με το Ιράν, είπε πως κάθε ενέργεια που απορρέει από τις εξελίξεις στη Μ. Ανατολή είναι καθαρά αμυντική, στο πλαίσιο των συμμαχικών μας υποχρεώσεων.
Επανήλθε στον ΟΠΕΚΕΠΕ λέγοντας πως δεν είναι μόνο βουλευτές που τηλεφώνησαν για να βοηθήσουν, ούτε πρόκειται για «γαλάζια παθογένεια», καθώς αν ήταν έτσι η Ελλάδα δεν θα είχε καταβάλλει 3 δισεκατομμύρια ευρώ για παράνομες επιδοτήσεις σε 20 χρόνια. Δεν ευθύνεται η ΝΔ για τους κουμπάρους του Ανδρουλάκη, ούτε ο ίδιος ο κ. Ανδρουλάκης, πρόσθεσε.
Για τη δίκη των Τεμπών είπε πως δεν υπάρχει θέμα με τον κ. Φλωρίδη και πως η εικόνα της δεύτερης ημέρας ήταν σαφώς καλύτερη από την πρώτη. Κατηγόρησε τη Ζωή Κωνσταντοπούλου λέγοντας πως μια μειοψηφία, μεταξύ των οποίων και η ίδια, προσπάθησε να δημιουργήσει κλίμα έντασης.
«Πρέπει να στηρίξουμε τους δικαστές και τα αυτονόητα που λένε μέσω του εκπροσώπου τους. Η κόντρα μεταξύ των εκπροσώπων των δικαστών και της κ. Κωνσταντοπούλου είναι μάχη του αυτονόητου: ο σεβασμός στους θεσμούς και σε εκείνους που τους αμελούν» είπε.
Τέλος, για την ομιλία του κ. Σαμαρά είπε πως για το θέμα των υποκλοπών έχει δοθεί πλήρης απάντηση, έχουν κοινοποιηθεί όλα τα στοιχεία, έχουν αξιολογηθεί από τη δικαιοσύνη και η συνέχεια είναι γνωστή. Για όσα είπε ο πρώην πρωθυπουργός για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο κ. Μαρινάκης είπε να μη βιαζόμαστε και να περιμένουμε τη δικογραφία, ενώ για τα ζητήματα διαφθοράς τόνισε πως ο καθένας λέει ό,τι θέλει, αλλά κριτής είναι η Κομισιόν που τοποθέτησε την Ελλάδα σε πολύ καλύτερη θέση από 15 ευρωπαϊκά κράτη. «Κάτι ξέρει καλύτερα η ΕΕ από τον καθένα που διατυπώνει τη θέση του» κατέληξε.
