Η φράση του πρωθυπουργού πως «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα» συνιστά «επικίνδυνη τοποθέτηση, ενσωματωμένη πλήρως στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, η οποία ξεκινά και καταλήγει στο “ό,τι πει ο ισχυρός”», σημείωσε η Ράνια Σβίγκου στην «Αυγή της Κυριακής» στον Λάμπρο Τσουκνίδα. Τόνισε πως αντί για «πολυδιάστατη, ενεργητική και φιλειρηνική εξωτερική πολιτική, στηριγμένη στο διεθνές δίκαιο», ο κ. Μητσοτάκης «ακολουθεί το δόγμα του δεδομένου συμμάχου, προβληματιζόμενος περισσότερο για το πώς θα αρέσει στον κάθε ισχυρό παρά για την υπεράσπιση ζωτικών αρχών για τη χώρα».
Πρόσθεσε ότι «η επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου – στην Ουκρανία ή τη Γροιλανδία, όχι όμως στη Βενεζουέλα ή τη Γάζα – νομιμοποιεί τη λογική του νόμου του ισχυρού και δημιουργεί επικίνδυνα μονοπάτια για το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο». Επισήμανε πως η εν λόγω στάση «ευθυγραμμίζεται με τον τραμπισμό» και συνδέεται με «μικροπολιτικές, εσωκομματικές και ψηφοθηρικές στοχεύσεις, καθώς και με το συστηματικό χάιδεμα της Ακροδεξιάς».
Κατά τη συζήτηση για τις διεθνείς εξελίξεις, προειδοποίησε πως «μπαίνουμε σε πολύ σκοτεινούς καιρούς», όπου τίθενται υπό αμφισβήτηση «η δημοκρατία, η ειρήνη και τα δικαιώματα της μεταπολεμικής περιόδου». Υποστήριξε ότι «η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και η απαγωγή προέδρου κυρίαρχου κράτους, ανεξάρτητα από την άποψη που μπορεί να έχουμε για αυτόν, αλλά και οι απειλές προς χώρες όπως η Γροιλανδία, το Μεξικό ή ο Καναδάς», αποτελούν «κορυφαίες παραβιάσεις της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας», ενώ παράλληλα παρατηρείται «αυταρχική οπισθοχώρηση στο εσωτερικό των ΗΠΑ».
Επισήμανε πως απέναντι στη διαμόρφωση μιας «Ακροδεξιάς διεθνούς» χρειάζεται «ένα ευρύ μέτωπο υπέρ της Ειρήνης, της Δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, με ευθύνη τόσο των προοδευτικών δυνάμεων όσο και κάθε δημοκρατικού πολίτη». Υπογράμμισε ότι η ΕΕ «δεν μπορεί να παραμένει άβουλος και σιωπηλός παρατηρητής», αλλά οφείλει «να υπερασπιστεί τις αξίες και τα ιδεώδη που θεμελίωσαν τον μεταπολεμικό κόσμο» και να προχωρήσει σε «ουσιαστική στρατηγική αυτονομία από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, που δεν θα είναι μόνο στρατιωτική, αλλά και πολιτική και οικονομική».
Υπογράμμισε ακόμη ότι «η ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου και η συγκρότηση ενός ισχυρού, πλειοψηφικού προοδευτικού πόλου αποτελεί κοινωνική ανάγκη και στρατηγικό στόχο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ».
Κλείνοντας, αναφερόμενη στην πρόσφατη επίσκεψή της στην Κίνα, σχολίασε ότι «σε μια εποχή παγκόσμιας αλληλεξάρτησης, ο διάλογος και η συνεργασία ΕΕ-Κίνας αποτελούν αναγκαιότητα», στο πλαίσιο μιας «πολυδιάστατης, ειρηνικής εξωτερικής πολιτικής, βασισμένης στο διεθνές δίκαιο, μακριά από λογικές αποκλεισμού και πολέμων για κυριαρχία».
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη
– «Δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών». Πού αποδίδετε αυτή τη θέση του πρωθυπουργού; Δεν έχει συναίσθηση της επικινδυνότητας της διατύπωσης ή απλώς αγωνιά να μπει στην αυλή του Trump;
Δυστυχώς, η συγκεκριμένη επικίνδυνη φράση εναρμονίζεται πλήρως με την κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, που ξεκινά και τελειώνει στο «ό,τι πει ο ισχυρός». Αντί για μια πολυδιάστατη, ενεργητική και φιλειρηνική εξωτερική πολιτική, ριζωμένη στο διεθνές δίκαιο, ο κ. Μητσοτάκης πορεύεται πιστά με το δόγμα του «δεδομένου συμμάχου». Αντί να υπερασπιστεί αρχές ζωτικές και για την Ελλάδα, όπως ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, η ειρήνη, η σταθερότητα και η συνεργασία, δείχνει να προβληματίζεται περισσότερο για το πώς θα αρέσει στον εκάστοτε ισχυρό. Πρόκειται για στάση βαθύτατα προβληματική και επικίνδυνη. Όταν υπερασπίζεσαι το διεθνές δίκαιο α λα καρτ για την Ουκρανία και τη Γροιλανδία και, απ’ την άλλη, νομιμοποιείς την παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας στη Βενεζουέλα ή σιωπάς απέναντι σε εγκλήματα πολέμου και σε μια γενοκτονία, όπως έκανε για τη Γάζα, ανοίγεις τον δρόμο ώστε η ίδια λογική να εφαρμοστεί αύριο στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο, στην Κύπρο. Πρόκειται για στάση που συμπορεύεται με τη λογική του «νόμου του ισχυρού», όπως την εκφράζει σήμερα ο τραμπισμός, δίχως να είναι μόνο καρπός της αγωνίας του κ. Μητσοτάκη να γίνει αρεστός στον πρόεδρο των ΗΠΑ. Υπάρχει και η μικροπολιτική, εσωκομματική και ψηφοθηρική στόχευση, και το καθημερινό χάιδεμα της Ακροδεξιάς. Το δείχνουν άλλωστε οι καθημερινές δηλώσεις των κ. Γεωργιάδη, Βορίδη και Πλεύρη, που έχουν αναλάβει το συγκεκριμένο έργο.
-Ο παλιός διευθυντής της Unità, Walter Veltroni έγραψε: «Μια νέα παγκόσμια τάξη, βασισμένη στην πολιτική ισχύος, προϋποθέτει την έκλειψη της δημοκρατίας». Θεωρείτε ότι εκεί οδηγούν οι εξελίξεις;
Μπαίνουμε σε πολύ σκοτεινούς καιρούς, όπου απειλείται η ίδια η δημοκρατία, η Ειρήνη, τα δικαιώματα και οι κατακτήσεις της περιόδου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και η απαγωγή προέδρου κυρίαρχου κράτους, ανεξάρτητα από την άποψη που μπορεί να έχουμε για αυτόν, είναι η κορυφαία μορφή παραβίασης της εθνικής και της λαϊκής κυριαρχίας. Το ίδιο ισχύει και για τις απειλές προς τη Γροιλανδία, την Κολομβία, το Μεξικό, την Κούβα ή ακόμη και τον Καναδά – από την ηγεσία των ΗΠΑ. Το βλέπουμε και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με τις απελάσεις μεταναστών, τις απειλές εναντίον κάθε αντίθετης φωνής, όπως είδαμε στις φοιτητικές κινητοποιήσεις για την Παλαιστίνη, στην προσπάθεια περιστολής των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ, με τη «μάχη κατά της woke κουλτούρας». Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αφήσουμε να συνεχιστεί αυτή η οπισθοχώρηση.
-Ο Trump δείχνει ήδη πως ηγείται μιας Ακροδεξιάς διεθνούς, που προωθεί ακριβά συμβόλαια. Η ευρωπαϊκή Αριστερά, η λατινοαμερικάνικη, τι κάνετε;
Πέρα από τη βία και την ωμή παραβίαση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου στην περίπτωση της Βενεζουέλας, έχουμε και την ευθεία ομολογία του Αμερικανού προέδρου ότι το ζητούμενο είναι το πετρέλαιο της χώρας. Όλα αυτά εντάσσονται σε μια προσπάθεια επιβολής ενός νέου «δόγματος Μονρόε», σύμφωνα με το οποίο ολόκληρη η Λατινική Αμερική «ανήκει» στις ΗΠΑ. Ίσως πιο σωστά, πρόκειται για επανάληψη του δόγματος Κίσινγκερ με τις αμερικανοκίνητες αλλαγές καθεστώτων στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του ’70. Παράλληλα, οι υποστηρικτές και χρηματοδότες του Τραμπ επιχειρούν να επηρεάσουν την πολιτική σκηνή ευρωπαϊκών κρατών, προωθώντας ακροδεξιά κόμματα. Είναι καθήκον, όχι μόνο των αριστερών, προοδευτικών δυνάμεων, στη Νότια Αμερική και την Ευρώπη, αλλά και κάθε δημοκρατικού πολίτη, να αντισταθούν σε αυτά τα νεο-αποικιοκρατικά και βαθιά αντιδημοκρατικά σχέδια. Με ένα μέτωπο υπέρ της Ειρήνης, της Δημοκρατίας, των δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, η ΕΕ δεν μπορεί και δεν πρέπει να μένει άβουλος, σιωπηλός και αμέτοχος παρατηρητής. Οφείλει τώρα, πριν είναι αργά, να υπερασπιστεί τις αξίες και τα ιδεώδη για τα οποία θυσιάστηκαν δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι, και που αποτελούν το θεμέλιο του μεταπολεμικού κόσμου, όπως γράφει και ο Βελτρόνι. Να προχωρήσει, επιτέλους, σε μια στρατηγική αυτονομία από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, που δεν θα είναι μόνο στρατιωτική, αλλά και πολιτική και οικονομική.
-Όλη η προοδευτική αντιπολίτευση αντέδρασε στην τοποθέτηση Μητσοτάκη. Πιστεύετε ότι έτσι γίνονται βήματα για την ευρύτερη συνεργασία, που αναφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ;
Η κοινή αντίδραση αποδεικνύει ότι υπάρχουν πεδία σύγκλισης και κοινής ανάγνωσης της πολιτικής πραγματικότητας. Η ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου και η συγκρότηση ενός ισχυρού, πλειοψηφικού προοδευτικού πόλου απέναντι στη ΝΔ και τις κοινωνικά καταστροφικές πολιτικές της αποτελεί κοινωνική αναγκαιότητα και στρατηγικό στόχο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Είναι απαραίτητο να υπερβούμε τη διασπορά και να εγκαταλείψουμε τον μικροκομματικό ανταγωνισμό, με μια νικηφόρα προοδευτική εναλλακτική βασισμένη σε κοινούς προγραμματικούς άξονες.
Κάτι τελευταίο. Πήγατε πρόσφατα στην Κίνα, πώς θα συνοψίζατε την εμπειρία, υπό το φως και όσων ζούμε τούτες τις μέρες;
Επισκέφτηκα την Κίνα, μετά από πρόσκληση του Τμήματος Διεθνών του Κ.Κ., και συμμετείχα σε διεθνές συνέδριο με αφορμή τα 50 χρόνια από την έναρξη διπλωματικών σχέσεων της Κίνας με την Ε.Ε. Είναι προφανές ότι, σε μια εποχή παγκόσμιας αλληλεξάρτησης, οι σχέσεις της ΕΕ με μια χώρα όπως η Κίνα, με το ειδικό βάρος της και ως μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά και με την τεχνολογική της υπεροχή, είναι αναγκαιότητα. Για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, η αναζωογόνηση της συνεργασίας και του διαλόγου ΕΕ-Κίνας οφείλει να είναι στρατηγική επιλογή. Οι διμερείς σχέσεις δεν πρέπει να διέπονται από καχυποψία, αποκλεισμό ή ανταγωνισμό, όπως επιχειρεί ο Τραμπ με τον πόλεμο δασμών, αλλά να βασίζονται στο διάλογο και σε μια πολυδιάστατη, ειρηνική εξωτερική πολιτική, ριζωμένη στο διεθνές δίκαιο και στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Γιατί η Ευρώπη, αλλά και ο κόσμος, έχει πληρώσει πολύ ακριβά τους ανταγωνισμούς και τους πολέμους για κυριαρχία και δεν πρέπει να επαναλάβουμε τις τραγωδίες του παρελθόντος.
