web analytics

Η υποδοχή της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Ελλάδα

Η εικόνα που προκύπτει από την πρόσφατη πανελλαδική έρευνα της διαΝΕΟσις και της Metron Analysis δεν είναι ούτε πανηγυρική ούτε φοβική. Είναι πιο σύνθετη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει ήδη εισχωρήσει στην ελληνική κοινωνία, όμως η κοινωνική της νομιμοποίηση παραμένει υπό όρους. Οι περισσότεροι γνωρίζουν τι είναι, πολλοί την έχουν ήδη αξιοποιήσει, ενώ η πλειονότητα συνεχίζει να ζητά περιορισμούς, να διατηρεί επιφυλάξεις και να προτιμά ανθρώπινη επαφή ακόμη και σε απλές ή καίριες συναλλαγές. Η ίδια η διαΝΕΟσις παρουσιάζει την έρευνα ως χαρτογράφηση στάσεων, αντιλήψεων και προσδοκιών των Ελλήνων απέναντι στην ΤΝ. Η ταυτότητα της έρευνας καταγράφει δείγμα 1.111 ατόμων, ηλικίας 17 ετών και άνω, σε πεδίο 8-13 Ιανουαρίου 2026, με μικτή μεθοδολογία τηλεφωνικών και online συνεντεύξεων.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η αναγνωρισιμότητα της ΤΝ είναι πλέον σχεδόν καθολική. Το 80,1% δηλώνει ότι γνωρίζει τι είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη, άλλο 14,9% λέει ότι έχει ακούσει γι’ αυτήν, ενώ μόλις 5% δηλώνει άγνοια. Παράλληλα, το 65% απαντά πως έχει χρησιμοποιήσει τουλάχιστον μία φορά εφαρμογές ΤΝ. Η διάχυση δεν είναι ομοιόμορφη: η χρήση είναι μεγαλύτερη στους άνδρες, στις νεότερες ηλικίες, στους κατόχους υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου και στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Η συνοδευτική ανάλυση επισημαίνει αυτή τη διαφοροποίηση μεταξύ χρηστών και μη χρηστών ως βασική γραμμή που εξηγεί τις μεταγενέστερες στάσεις απέναντι στην τεχνολογία.

Το δεύτερο κρίσιμο εύρημα είναι ότι η χρήση της ΤΝ στην Ελλάδα έχει έντονα πρακτικό χαρακτήρα. Μεταξύ όσων τη χρησιμοποιούν, οι κυριότεροι λόγοι είναι η πληροφόρηση και ενημέρωση με 64,8%, η μάθηση και εκπαίδευση με 64,1% και η εργασία με 52%. Ακολουθούν η τεχνική βοήθεια και επισκευές με 45,7%, η ψυχαγωγία με 37%, η προσωπική υποστήριξη και ανάπτυξη με 31,2% και τα θέματα υγείας με 31,1%. Αυτό δείχνει ότι η ΤΝ δεν αντιμετωπίζεται κυρίως ως «τεχνολογικό gadget», αλλά ως εργαλείο καθημερινής χρησιμότητας. Η Metron Analysis σημειώνει πως η χρήση για εργασία εντείνεται στις παραγωγικές ηλικίες, στα άτομα υψηλότερης εκπαίδευσης και στην Αττική, ενώ η χρήση για μάθηση είναι εντονότερη στους νέους και στους φοιτητές.

Τρίτο, και πολιτικά ίσως πιο σημαντικό, είναι ότι η εξοικείωση δεν έχει εξαφανίσει την καχυποψία. Στο σύνολο όσων γνωρίζουν ή έχουν ακούσει για την ΤΝ, τα δύο κυρίαρχα συναισθήματα είναι το ενδιαφέρον, με 54,8%, και η επιφυλακτικότητα ή καχυποψία, με 45,8%. Η αισιοδοξία περιορίζεται στο 15%, ο φόβος στο 12%, ενώ η εμπιστοσύνη ή σιγουριά κινείται επίσης χαμηλά. Η ανάλυση του Ηρακλή Βογιατζή περιγράφει αυτή τη συνύπαρξη ως μείγμα ελπίδας και ανησυχίας, όχι ως απλή τεχνοφοβία. Και πράγματι, τα δεδομένα δείχνουν ότι ακόμη και μια κοινωνία που χρησιμοποιεί την ΤΝ δεν την αντιμετωπίζει ως ουδέτερο ή πλήρως ώριμο εργαλείο.

Οι χρήστες ΤΝ παρουσιάζουν συστηματικά πιο θετικές στάσεις: αυξημένο ενδιαφέρον, περισσότερη αισιοδοξία και μεγαλύτερη διάθεση εμπιστοσύνης. Αντίθετα, οι μη χρήστες καταγράφουν εντονότερα αισθήματα καχυποψίας, φόβου, άγχους και απαισιοδοξίας. Με άλλα λόγια, η επαφή με το εργαλείο φαίνεται να μειώνει, σε ένα βαθμό, το αίσθημα του «μαύρου κουτιού». Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαλείφει τις επιφυλάξεις, αλλά δείχνει πως η άγνοια και η απόσταση συνδέονται με πιο έντονη δυσπιστία.

Στο επίπεδο των επιδράσεων, οι ερωτώμενοι εμφανίζονται σαφώς πιο θετικοί όταν η ΤΝ συνδέεται με αποδοτικότητα και επίλυση προβλημάτων, παρά όταν αγγίζει τον συναισθηματικό και κοινωνικό πυρήνα της ανθρώπινης ζωής. Η πλειονότητα θεωρεί ότι η ΤΝ θα έχει θετική ή μάλλον θετική επίδραση στο να είναι οι άνθρωποι αποδοτικοί στη δουλειά τους, να λύνουν σύνθετα προβλήματα, να παίρνουν δύσκολες αποφάσεις και, με χαμηλότερα ποσοστά, να είναι δημιουργικοί. Αντιστρόφως, η εικόνα βαραίνει όταν η συζήτηση αφορά την ψυχική ισορροπία, την κριτική σκέψη, την εξωστρέφεια και, ακόμη περισσότερο, τη συναισθηματική σύνδεση με άλλους ανθρώπους. Η ΤΝ, δηλαδή, γίνεται ευκολότερα αποδεκτή ως παραγωγικό εργαλείο παρά ως υποκατάστατο ανθρώπινων ικανοτήτων και σχέσεων.

Το ίδιο μοτίβο επανεμφανίζεται και στις ευρύτερες όψεις της ζωής. Η συνοδευτική έκθεση της Metron Analysis καταγράφει ισχυρή πεποίθηση ότι η ΤΝ μπορεί να επιδράσει θετικά στις επιστήμες, στη λειτουργία των επιχειρήσεων και στον δημόσιο τομέα ή τη γραφειοκρατία. Αντιθέτως, πολύ πιο επιφυλακτικές είναι οι στάσεις όταν το πεδίο γίνεται ευαίσθητο, όπως οι θέσεις εργασίας ή η προστασία προσωπικών δεδομένων. Η τεχνολογία, επομένως, αναγνωρίζεται ως δύναμη επιτάχυνσης και εκσυγχρονισμού, αλλά όχι ως ουδέτερος μηχανισμός που μπορεί να αφεθεί ανεξέλεγκτος.

Αυτό εξηγεί και ένα από τα πιο καθαρά πολιτικά ευρήματα της έρευνας: το 90,3% όσων γνωρίζουν ή έχουν ακούσει για την ΤΝ θεωρεί ότι πρέπει να υπάρξουν περιορισμοί στη χρήση της, ενώ μόλις 8,9% λέει ότι πρέπει να αφεθεί ελεύθερη. Ακόμη και μεταξύ των ίδιων των χρηστών ΤΝ, η υπέρ των περιορισμών στάση παραμένει συντριπτική. Η κοινωνική αποδοχή της ΤΝ στην Ελλάδα δεν μεταφράζεται, λοιπόν, σε αίτημα απορρύθμισης. Το αντίθετο: η κοινωνία φαίνεται να ζητά θεσμικό πλαίσιο, λογοδοσία και σαφέστερα όρια.

Εξίσου αποκαλυπτικό είναι ότι το 87,3% δηλώνει πως προτιμά να συνομιλεί με άνθρωπο και όχι με εφαρμογή ΤΝ όταν απευθύνεται σε υπηρεσίες για θέματα που δεν είναι καν επείγοντα ή ιδιαίτερα σημαντικά, όπως τράπεζες, υπηρεσίες υγείας ή υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Η προτίμηση αυτή υποχωρεί κάπως στους χρήστες της ΤΝ, αλλά παραμένει πλειοψηφική και εκεί. Πρόκειται για εύρημα με σαφές αποτύπωμα για τράπεζες, call centres, δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς που σχεδιάζουν αντικατάσταση ανθρώπινης εξυπηρέτησης με αυτοματοποιημένα συστήματα. Η κοινωνική ανοχή σε τέτοιες αλλαγές, τουλάχιστον σήμερα, φαίνεται περιορισμένη.

Μεταξύ των χρηστών ΤΝ, το ChatGPT προηγείται καθαρά, με 75,4% να δηλώνει ότι το χρησιμοποιεί πολύ ή αρκετά συχνά. Ακολουθούν με μεγάλη απόσταση το Google AI Overview, το Gemini και το Meta AI, ενώ εργαλεία όπως Copilot, DeepSeek, Grok και Perplexity καταγράφουν αισθητά χαμηλότερες συχνότητες συστηματικής χρήσης. Το στοιχείο υποδεικνύει ότι, τουλάχιστον στην ελληνική αγορά χρηστών, η χρήση της ΤΝ παραμένει συγκεντρωμένη σε λίγες πλατφόρμες και με καθαρό ηγέτη το ChatGPT.

Ένα ακόμη σημείο που αξίζει προσοχής είναι ο τρόπος που οι χρήστες διαχειρίζονται τις αμφιβολίες τους όταν η ΤΝ δίνει απάντηση που δεν φαίνεται σωστή. Η πιο συχνή αντίδραση είναι η διασταύρωση με άλλες πηγές πληροφόρησης στο διαδίκτυο, ενώ αρκετοί ζητούν ανθρώπινη επιβεβαίωση ή επιμένουν ζητώντας περαιτέρω διευκρινίσεις και τεκμηρίωση από το ίδιο το σύστημα. Η εικόνα δεν παραπέμπει σε τυφλή αποδοχή των αποτελεσμάτων της ΤΝ, αλλά σε εργαλειακή χρήση με ενσωματωμένο έλεγχο αξιοπιστίας.

Το ερώτημα της εμπιστοσύνης κορυφώνεται όταν η έρευνα περνά από τη γενική στάση στις προσωπικές αποφάσεις. Εκεί φαίνεται ότι οι χρήστες είναι πρόθυμοι να εμπιστευθούν σύστημα ΤΝ κυρίως σε οικονομικά θέματα, επαγγελματικά θέματα, εκπαίδευση ή σπουδές και προσωπικά οργανωτικά ζητήματα, με ποσοστά θετικής ή μάλλον θετικής διάθεσης γύρω ή πάνω από το 58%-66%. Αντιθέτως, η εμπιστοσύνη πέφτει αισθητά σε θέματα υγείας, σχέσεων ή προσωπικής ζωής, νομικών θεμάτων, αξιολόγησης εξετάσεων και ιδίως δικαστικών αποφάσεων, όπου το ποσοστό καταρρέει στο 14,4%. Το μήνυμα είναι σαφές: οι Έλληνες είναι πολύ πιο ανοιχτοί στην υποβοήθηση παρά στην εκχώρηση κρίσης, κυρίως όταν διακυβεύονται δικαιώματα, υγεία ή προσωπικές σχέσεις.

Από την άλλη πλευρά, όσοι δεν χρησιμοποιούν ΤΝ δεν απέχουν μόνο λόγω έλλειψης γνώσεων. Βεβαίως, σημαντικά ποσοστά δηλώνουν ότι δεν διαθέτουν τεχνολογικές γνώσεις ή ικανότητες, ότι δεν βλέπουν προσωπικό όφελος ή ότι ανησυχούν για προσωπικά δεδομένα και για την αξιοπιστία των απαντήσεων. Όμως ο κυριότερος λόγος είναι πιο αξιακός: το 48,6% δηλώνει ότι αποφεύγει την ΤΝ επειδή «θέλει να παραμείνει ανθρώπινο». Η εξήγηση αυτή δείχνει ότι η συζήτηση για την ΤΝ στην Ελλάδα δεν περιορίζεται σε τεχνικό ή καταναλωτικό πεδίο. Αγγίζει τα όρια της ανθρώπινης παρέμβασης, της αυθεντικότητας και της σχέσης ανθρώπου-μηχανής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι κοινωνικές ανισότητες που διατρέχουν τα ευρήματα. Η ανάλυση του Ηρακλή Βογιατζή εστιάζει στις έμφυλες, ηλικιακές, μορφωτικές και ταξικές διαφοροποιήσεις. Οι γυναίκες εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα αισιοδοξίας και ενδιαφέροντος, καθώς και υψηλότερα επίπεδα φόβου, ενώ οι νεότεροι εμφανίζονται σαφώς πιο εξοικειωμένοι και πιο θετικοί. Αντίστοιχα, όσο αυξάνεται το εκπαιδευτικό επίπεδο και το εισόδημα, αυξάνεται και η χρήση της ΤΝ. Αυτό υποδεικνύει ότι η διείσδυση της τεχνολογίας μπορεί να διευρύνει τις υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες, εάν δεν συνοδευθεί από πολιτικές πρόσβασης, κατάρτισης και προστασίας.

Η συνολική εικόνα, λοιπόν, δεν είναι μιας κοινωνίας που απορρίπτει την ΤΝ, αλλά μιας κοινωνίας που τη δοκιμάζει, τη χρησιμοποιεί και την αναγνωρίζει ως χρήσιμη, χωρίς όμως να της παραχωρεί λευκή επιταγή. Οι Έλληνες δείχνουν να αποδέχονται την ΤΝ ως εργαλείο πληροφόρησης, μάθησης, παραγωγικότητας και πρακτικής υποβοήθησης, όχι όμως ως ανεξέλεγκτο υποκατάστατο ανθρώπινης κρίσης. Η τεχνολογία κερδίζει έδαφος εκεί όπου υπόσχεται ταχύτητα, οργάνωση και αποτελεσματικότητα. Το χάνει όταν πλησιάζει την υγεία, τη δικαιοσύνη, τις ανθρώπινες σχέσεις και την ευθύνη λήψης κρίσιμων αποφάσεων.

Για την πολιτεία, τα ευρήματα έχουν σαφές βάρος. Πρώτον, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην καινοτομία και στις επενδύσεις, αλλά οφείλει να περιλαμβάνει ρύθμιση, διαφάνεια και λογοδοσία. Δεύτερον, η ψηφιακή μετάβαση υπηρεσιών και οργανισμών δεν μπορεί να προχωρήσει με την υπόθεση ότι οι πολίτες είναι έτοιμοι να συνομιλούν πρωτίστως με μηχανές. Τρίτον, αν η Ελλάδα θέλει να κεφαλαιοποιήσει τα οφέλη της ΤΝ, θα χρειαστεί να κλείσει τα κενά εξοικείωσης ανά ηλικία, φύλο, εισόδημα και εκπαίδευση. Και τέταρτον, θα χρειαστεί να ενισχύσει την ικανότητα των πολιτών να ελέγχουν, να διασταυρώνουν και να κατανοούν τα αποτελέσματα τέτοιων συστημάτων, επειδή η ίδια η έρευνα δείχνει ότι αυτό ακριβώς ζητούν ήδη να κάνουν οι χρήστες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *