Σε μια απόφαση που εκτείνεται σε 26 σελίδες ο Άρειος Πάγος εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ανέτρεψε τη διάταξη που προέβλεπε την αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ύστερα από 24 έτη.
Το Ποινικό Τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου, «έκλεισε» το δρόμο της ελευθερίας για τον καταδικασμένο ως αρχηγό της 17Ν διότι έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση υφ’ όρον απόλυσης.
Κατά τους αρεοπαγίτες, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, το οποίο με την απόφασή του έδωσε το πράσινο φως για την έξοδο του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου από τη φυλακή, «δεν περιέλαβε… την αναγκαία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία» για τη διαπίστωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υφ’ όρον απόλυσης.
Για τους ανώτατους δικαστές, που ενστερνίστηκαν την εισαγγελική εισήγηση για αναίρεση της απόφασης αποφυλάκισης του πολυισοβίτη, στοιχεία όπως η συνεχής τήρηση των όρων των αδειών, η ολοκλήρωση πανεπιστημιακών σπουδών και η έλλειψη πρόσφατων πειθαρχικών παραπτωμάτων δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν την απαιτούμενη ηθική μεταστροφή του κρατουμένου. Μάλιστα, εκτιμούν πως οι επιλογές του «συνιστούν την έννοια της εξωτερικά καλής συμπεριφοράς και όχι της καλής διαγωγής», η οποία, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, οφείλει να αντικατοπτρίζει μια ουσιαστική και εσωτερική αποδοχή των κανόνων της έννομης τάξης.
Ειδική μνεία γίνεται και στο γεγονός ότι ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος απέκτησε διδακτορικό τίτλο εντός της φυλακής. Το Ποινικό Τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου αναγνωρίζει ότι οι σπουδές του αποδεικνύουν «την αφοσίωσή του στο στόχο του να παραμείνει λειτουργικός κατά τη διάρκεια του πολυετούς εγκλεισμού του», ωστόσο, επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο στοιχείο δεν επαρκεί για να αποδείξει τον σωφρονισμό ή την ηθική του βελτίωση.
Οι αρεοπαγίτες εστιάζουν στο ζήτημα της μεταμέλειας καθώς αναφέρουν πως από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει «η ειλικρινής μετάνοιά του για τα εγκλήματα που διέπραξε και η ρήξη του με το εγκληματικό του παρελθόν». Μάλιστα, στο βούλευμα υπογραμμίζεται πως ο καταδικασμένος σε 17 φορές ισόβια και επιπλέον 25 έτη «ποτέ δεν αποδέχθηκε τις πράξεις του, ούτε εξέφρασε μεταμέλεια». Κατά τους αρεοπαγίτες, το στοιχείο αυτό μπορεί να εκτιμηθεί ως ένδειξη ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η απαιτούμενη ηθική μεταστροφή.
Σύμφωνα με τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς ανεπαρκής είναι και η αιτιολόγηση που αφορά στις δημόσιες παρεμβάσεις του κρατουμένου, καθώς δεν εξηγείται πώς συγκεκριμένες επιστολές ή δημόσιες τοποθετήσεις του συνδέονται με μεταβολή της στάσης του απέναντι στην έννομη τάξη ή αποτελούν ένδειξη πραγματικού σωφρονισμού.
Τμήμα του βουλεύματος αφορά στην ερμηνεία των διατάξεων του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα για τους πολυισοβίτες. Όπως επισημαίνεται με τον νέο Ποινικό Κώδικα «ρυθμίστηκε για πρώτη φορά, ρητά, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού» το συγκεκριμένο ζήτημα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαιτείται πραγματική έκτιση 25 ετών, ακόμη και για εγκλήματα που τελέστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2019.
Οι αρεοπαγίτες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς περί ευμενέστερης νομολογιακής αντιμετώπισης που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα έτη, τονίζοντας ότι αυτή «δεν μπορεί να συγκριθεί με τη νομολογία» για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα. Οι δικαστές υπογραμμίζουν ότι η αρχή του ευμενέστερου νόμου «προϋποθέτει τη σύγκριση μεταξύ περισσότερων διατάξεων νόμων» και όχι μεταξύ μιας νομοθετικής διάταξης και μιας δικαστικής ερμηνείας που είχε καλύψει προγενέστερο νομοθετικό κενό.
Μετά την αναίρεση του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά από τον Άρειο Πάγο η υπόθεση παραπέμπεται για νέα εξέταση.
