Σημαντική περίπτωση ηλεκτρονικής απάτης εναντίον διακεκριμένης εφοπλίστριας, μορφής Business Email Compromise (BEC), με την αξιοποίηση παραπλανητικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και «συλλογής» δεδομένων της εταιρείας, συνολικής αξίας 4.000.000 ευρώ, εξακριβώθηκε από τη Διεύθυνση Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος, ενώ μέσω άμεσων και οργανωμένων κινήσεων επανεκκτήθηκαν όλα τα αποσπασθέντα κεφάλαια.
Από τη Δίωξη Κυβερνοεγκλήματος εντοπίστηκαν δύο αλλοδαποί οι οποίοι συμμετέχουν σε περίπτωση της ηλεκτρονικής απάτης και ειδικότερα το νομικό πρόσωπο που εμφανίζεται ως δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού όπου κατευθύνθηκαν τα χρήματα της απάτης, καθώς και το πρόσωπο που συμμετέχει στη διαχείρισή του.
Εναντίον τους συντάχθηκε δικογραφία για τα ανά περίπτωση αδικήματα της απάτης με υπολογιστή, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και της παράνομης εισόδου σε σύστημα πληροφοριών ή σε δεδομένα.
Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο άμεσων και οργανωμένων κινήσεων στελεχών της Διεύθυνσης Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος, σε συνεργασία με την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, τη Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας (Τμήμα Europol) και τα εμπλεκόμενα πιστωτικά ιδρύματα, κατέστη εφικτή η ολοκληρωμένη επανεκκίνηση των αποσπασθέντων κεφαλαίων, συνολικής αξίας 4.000.000 ευρώ.
Η διερεύνηση της περίπτωσης ξεκίνησε μετά από καταγγελία που υποβλήθηκε τον Αύγουστο του 2025 από εκπρόσωπο της ελληνικής ναυτιλιακής εταιρείας, σχετικά με απάτη μέσω υπολογιστή εναντίον της επιχείρησης.
Όπως διαπιστώθηκε από την έρευνα, άγνωστοι δράστες απέκτησαν παράνομη είσοδο στην ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της εταιρείας και συνεργαζόμενου πιστωτικού ιδρύματος του εξωτερικού και, χρησιμοποιώντας παραπλανητική διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που μιμούνταν την εταιρική, καθώς και πλαστές εντολές καταβολής, πέτυχαν τη μεταφορά του χρηματικού ποσού των 4.000.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό εταιρείας με έδρα στη Βουλγαρία.
Στο πλαίσιο οργανωμένων κινήσεων και συνεργασίας των ελληνικών με τις αλλοδαπές υπηρεσίες, κατέστη εφικτή αρχικά η προσωρινή δέσμευση των κεφαλαίων και εν συνεχεία η ολοκληρωμένη επανεκκίνησή τους, προτού διακινηθούν σε τρίτους λογαριασμούς, ενώ εντοπίστηκαν οι δύο κατηγορούμενοι.
Η δικογραφία υποβλήθηκε στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.
Από την ΕΛΑΣ επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει τη σημασία της άμεσης αναγνώρισης και καταγγελίας περιστατικών ηλεκτρονικής απάτης, καθώς η έγκαιρη ενημέρωση των αρμόδιων Αρχών και των πιστωτικών ιδρυμάτων υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχή επανεκκίνηση του συνόλου των χρημάτων.
Όπως υπογραμμίζεται, οι απάτες μορφής Business Email Compromise (BEC) κατατάσσονται διεθνώς στις πλέον διαδεδομένες μορφές στοχευμένης ηλεκτρονικής απάτης εναντίον επιχειρήσεων. Οι δράστες αποκτούν είσοδο ή μιμούνται εταιρικούς λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, παρακολουθούν για εκτεταμένο χρονικό διάστημα την επικοινωνία μεταξύ επιχειρήσεων και παρεμβαίνουν σε κρίσιμο στάδιο οικονομικών συναλλαγών, τροποποιώντας τα στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών, ώστε τα χρηματικά ποσά να καταλήξουν σε λογαριασμούς που ελέγχουν οι ίδιοι.
Για την ενημέρωση των πολιτών, από την αστυνομία υπογραμμίζεται ότι περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις απάτες μορφής Business Email Compromise (BEC), καθώς και χρήσιμες συμβουλές πρόληψης και προστασίας για επιχειρήσεις και εργαζομένους, είναι διαθέσιμες στον επίσημο ιστότοπο της Διεύθυνσης Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος, στον ακόλουθο σύνδεσμο: «Απάτες σχετιζόμενες με εταιρικά emails (BusinessEmailCompromise – BEC)».
