web analytics

Καμπανάκι κινδύνου: Η Ελλάδα μπήκε στη «κόκκινη ζώνη» – Ο χάρτης που προκαλεί ανησυχία

«Η Ελλάδα, ως χώρα της ανατολικής Μεσογείου, εντοπίζεται σε ζώνη αυξημένου κινδύνου ως προς την εκδήλωση ακραία υψηλών θερμοκρασιών. Συνεπώς, φαινόμενα παρόμοιας έντασης, όπως αυτά που παρατηρήθηκαν πρόσφατα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι δυνατόν να εμφανιστούν και στο εσωτερικό της χώρας μας».

Τα παραπάνω επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο Αθανάσιος Αργυρίου, καθηγητής Φυσικής του Πανεπιστημίου Πατρών και του Εργαστηρίου Φυσικής της Ατμόσφαιρας, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναφορικά με τα επικίνδυνα κύματα καύσωνα που έπληξαν την Ευρώπη και τα Βαλκάνια, καθώς και για το ενδεχόμενο παρόμοιων συμβάντων στην ελληνική επικράτεια.

Ταυτόχρονα, ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι «η κοινή έκθεση Copernicus (Πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την παρατήρηση τη Γης) και WMO (Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός) για το ευρωπαϊκό κλίμα, καταγράφει ότι από τη δεκαετία του 1980, η Ευρώπη θερμαίνεται σχεδόν διπλάσια ταχύτητα σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο».

Επιπλέον, παρατηρεί ότι «αντίστοιχοι καύσωνες δύνανται να επανεμφανιστούν», προσθέτοντας ότι «σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική κατανόηση, αναμένεται να παρουσιάζονται πιο συχνά, με αυξημένη ένταση και μεγαλύτερη χρονική διάρκεια». Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «ιδιαίτερα στη νότια Ευρώπη και στη Μεσόγειο, οι συνθήκες ευνοούν σημαντικά τη συχνότερη εμφάνιση επικίνδυνων καυσώνων».

Συγκεκριμένα, σε δηλώσεις του ο Αθανάσιος Αργυρίου στο ΑΠΕ – ΜΠΕ για τα αίτια που προκάλεσαν τα πρόσφατα επικίνδυνα επεισόδια καύσωνα στην Ευρώπη, τόνισε:

«Τα πρόσφατα επεισόδια καύσωνα στην Ευρώπη δεν αποδίδονται σε έναν και μόνο παράγοντα, αλλά στη συνδυασμένη δράση ατμοσφαιρικών συνθηκών και κλιματικών παραμέτρων. Ο άμεσος ατμοσφαιρικός μηχανισμός είναι η δημιουργία πεδίων υψηλών πιέσεων, μεγάλης χρονικής διάρκειας, συχνά με μορφή ατμοσφαιρικού εμποδισμού, δηλαδή ενός ‘θερμικού θόλου’ ή εμποδισμού ‘Ω’. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ατμοσφαιρικός αέρας ‘συμπιέζεται’ από τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας προς το έδαφος, με συνέπεια να θερμαίνεται αδιαβατικά. Παράλληλα, επικρατούν ασθενείς άνεμοι, ενώ η ηλιοφάνεια διαρκεί, λόγω εποχής, πολλές ώρες καθημερινά και η ηλιακή ακτινοβολία λαμβάνει, λόγω έλλειψης νεφών, υψηλές τιμές. Ταυτόχρονα, μεταφέρονται θερμές αέριες μάζες από τη Βόρεια Αφρική και την Ιβηρική χερσόνησο προς τη δυτική, κεντρική και νότια Ευρώπη. Το έδαφος είναι ξηρό, γεγονός που εντείνει περαιτέρω τη θέρμανση του αέρα, εξαιτίας μειωμένης ψύξης μέσω εξατμισοδιαπνοής. Οι ανωτέρω ατμοσφαιρικές συνθήκες συνδυάζονται με θερμότερο κλίμα, λόγω της ανθρωπογενούς παρέμβασης. Ως εκ τούτου, οι συνοπτικές αυτές ατμοσφαιρικές συνθήκες, οδηγούν σήμερα σε υψηλότερες θερμοκρασίες από ό,τι πριν από μερικές δεκαετίες».

Απαντώντας ο Αθανάσιος Αργυρίου στο ερώτημα, γιατί τα επεισόδια καύσωνα ήσαν διαδοχικά, ανέφερε ότι «η χρονική εγγύτητα των επεισοδίων συνδέεται με την εμμονή ή την επανεμφάνιση ευνοϊκής για τη δημιουργία ‘θερμικού θόλου’, ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας» και πρόσθεσε: «Τα αντικυκλωνικά συστήματα και οι συνθήκες εμποδισμού δύνανται να παραμένουν για αρκετές ημέρες ή να επανέρχονται εντός της ίδιας χρονικής περιόδου. Επιπροσθέτως, όταν έχει προηγηθεί ξηρή και θερμή περίοδος, το έδαφος και το κατώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας βρίσκονται ήδη σε ανεβασμένες θερμοκρασίες. Έτσι, ένα επόμενο επεισόδιο δύναται να εκδηλωθεί ευκολότερα και να οδηγήσει ταχύτερα σε ακραία υψηλές τιμές θερμοκρασίας. Η Ευρώπη αποτελεί σήμερα την ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρο. Η κοινή έκθεση Copernicus/WMO για το ευρωπαϊκό κλίμα αναφέρει ότι, από τη δεκαετία του 1980, η Ευρώπη θερμαίνεται περίπου δύο φορές ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Αυτό συνεπάγεται ότι τα επεισόδια καύσωνα εκδηλώνονται πλέον πάνω σε ένα ήδη θερμότερο κλιματικό υπόβαθρο, οπότε αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης διαδοχικών θερμών επεισοδίων κατά την ίδια θερινή περίοδο».

Όσον αφορά στο αν έχουν καταγραφεί κατά το παρελθόν ανάλογα επεισόδια καυσώνων στην Ευρώπη, ο Αθανάσιος Αργυρίου δηλώνει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ότι «η Ευρώπη έχει βιώσει σημαντικά επεισόδια καύσωνα και στο παρελθόν και ενδεικτικά αναφέρονται ο καύσωνας του 2003 στη δυτική και νότια Ευρώπη, ο καύσωνας του 2010 στη Ρωσία και την ανατολική Ευρώπη, τα επεισόδια του 2017 στη νότια Ευρώπη, το 2019 στη δυτική Ευρώπη, το εξαιρετικά θερμό καλοκαίρι του 2022, καθώς και οι καύσωνες του 2023 στη Μεσόγειο και στην Ελλάδα».

Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι «η διαφορά σήμερα έγκειται στο ότι τέτοια επεισόδια εμφανίζονται σε θερμότερο κλίμα, με αποτέλεσμα να είναι συχνότερα, εντονότερα και συχνά πιο επιβαρυντικά για την υγεία». Μάλιστα, όπως υπογραμμίζει, αναφορικά με τις απώλειες ανθρώπινων ζωών, «για το καλοκαίρι του 2022, μελέτη στο Nature Medicine εκτίμησε περίπου 61.672 θανάτους συνδεόμενους με τη ζέστη στην Ευρώπη, ενώ η υπηρεσία Copernicus αναφέρει ότι οι καύσωνες του 2003, του 2010 και του 2022 συσχετίστηκαν με δεκάδες χιλιάδες θανάτους ανά περίπτωση».

Επιπλέον, ο Αθανάσιος Αργυρίου τονίζει μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ότι «ανάλογα επεισόδια επικίνδυνων καυσώνων δύνανται να επαναληφθούν και σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική γνώση, αναμένεται να εκδηλώνονται συχνότερα, με αυξημένη ένταση και μεγαλύτερη διάρκεια».

«Αυτό», προσθέτει, «δεν υποδηλώνει ότι κάθε καλοκαίρι θα είναι όμοιο ή ότι κάθε θερμή περίοδος θα εξελιχθεί σε ακραίο καύσωνα» και συνεχίζει: «Υποδηλώνει ωστόσο, ότι η πιθανότητα εμφάνισης έντονων θερμών επεισοδίων έχει αυξηθεί. Ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός επισημαίνει ότι η ακραία ζέστη αναμένεται να εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα, ένταση και διάρκεια. Όπως προανέφερα, η Ευρώπη αποτελεί την ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρο. Ιδιαίτερα στη νότια Ευρώπη και στη Μεσόγειο, οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές για τη συχνότερη εκδήλωση επικίνδυνων καυσώνων».

Απαντώντας ο καθηγητής στο ερώτημα, αν και σε ποιο βαθμό είναι πιθανόν να εκδηλωθούν ανάλογης έντασης φαινόμενα στην Ελλάδα και ποιες περιοχές της χώρας θα μπορούσαν να επηρεαστούν περισσότερο, δηλώνει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ: «Η Ελλάδα, ως χώρα της ανατολικής Μεσογείου, εντοπίζεται σε ζώνη αυξημένου κινδύνου ως προς την εκδήλωση ακραία υψηλών θερμοκρασιών. Συνεπώς, επεισόδια ανάλογης έντασης δύνανται να εμφανιστούν και στο εσωτερικό της χώρας μας. Οι πιο ευπαθείς περιοχές είναι συνήθως οι ηπειρωτικές πεδινές και κλειστές λεκάνες, όπως η Θεσσαλία, η κεντρική και ανατολική Μακεδονία, η Θράκη, η Βοιωτία, η ανατολική Στερεά, η Αττική και τμήματα της Πελοποννήσου. Τα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, επιβαρύνονται επιπρόσθετα από το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, ιδιαίτερα κατά τη νύχτα. Τα νησιά και οι παράκτιες περιοχές συχνά παρουσιάζουν χαμηλότερες μέγιστες θερμοκρασίες, λόγω της εγγύτητας με τη θάλασσα. Εκεί όμως, όταν οι άνεμοι είναι ασθενείς, η υψηλή υγρασία εντείνει τη θερμική δυσφορία».

Όσον αφορά στο εάν θα μπορούσαν να ληφθούν κάποια προληπτικά μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο καθηγητής επισημαίνει ότι «από μετεωρολογικής – κλιματικής σκοπιάς όχι» και προσθέτει: «Τα λοιπά αποτελούν ζήτημα Πολιτικής Προστασίας και ιατρών, τα οποία υπερβαίνουν την ειδικότητά μου και θα περιοριστώ στο να αναφερθώ ενδεικτικά στην ενημέρωση του πληθυσμού – σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση και τον ορθό πολεοδομικό σχεδιασμό και τον σχεδιασμό των κτιρίων, ώστε οι άνθρωποι να διαβιούν σε δροσερότερους χώρους».

Σχετικά με τα προληπτικά μέτρα που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην Ελλάδα, ο Αθανάσιος Αργυρίου δηλώνει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ότι «θα αναφερθώ στη μετεωρολογική πτυχή, διότι απαιτείται έγκαιρη πρόγνωση επεισοδίων καυσώνων και έντονων ξηρασιών, ώστε να τίθενται εγκαίρως σε εφαρμογή τα σχέδια πρόληψης, τα οποία αφορούν στην Πολιτική Προστασία».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *