Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακάλεσε με δική του πρωτοβουλία την αγωγή ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων την οποία είχε ασκήσει εναντίον της αμερικανικής Εφορίας (IRS), όπως προκύπτει από δικαστικό έγγραφο που υποβλήθηκε σήμερα.
Δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα οι αιτίες της ανακλήσεως, ούτε έχει διαρρεύσει εάν οι δύο μέρη κατέληξαν σε κάποιο συμβιβασμό.
Ο Τραμπ, συνοδευόμενος από δύο εκ των γιων του και την οικογενειακή τους επιχείρηση, είχαν προσφύγει δικαστικώς κατά της IRS τον Ιανουάριο, ισχυριζόμενοι ότι η υπηρεσία έπρεπε να είχε λάβει πρόσθετα μέτρα ώστε να εμποδίσει πρώην εξωτερικό της συνεργάτη να διαβιβάσει τις φορολογικές τους δηλώσεις σε μέσα ενημέρωσης κατά τη διάρκεια της πρώτης προεδρικής του θητείας.
Ο Τραμπ έχει διατυπώσει επί μακρόν την άποψη ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρησιμοποιήθηκε ως «όπλο» εναντίον του από πολιτικούς αντιπάλους, και έχει καταφύγει στο δικαστικό σύστημα προκειμένου να αποκομίσει εκδίκηση και να αξιώσει αποζημιώσεις μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025.
Η εν λόγω αγωγή αφορούσε τη διαρροή των φορολογικών του δηλώσεων σε μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων οι New York Times και η ProPublica, το 2019 και το 2020, από τον πρώην συνεργάτη της IRS, Τσαρλς Λίτλτζον. Τα έγγραφα αποκάλυπταν ότι επί σειρά ετών ο Τραμπ κατέβαλε ελάχιστο ή καθόλου φόρους, όπως είχαν γράψει οι Times το 2020, σύμφωνα με το ΑΠΕ ΜΠΕ.
Ο Λίτλτζον διώχθηκε από τους εισαγγελείς το 2023 για τη διαρροή των φορολογικών στοιχείων του Τραμπ και χιλιάδων άλλων εύπορων Αμερικανών, κινούμενος από πολιτικά κίνητρα. Αργότερα ομολόγησε την ενοχή του και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε ετών.
Ο Τραμπ υπέβαλε την αγωγή ως απλός πολίτης, όχι υπό την επίσημη ιδιότητα του προέδρου.
Η αντιδικία με την IRS έχει αναδείξει άνευ προηγουμένου νομικά ζητήματα, όσον αφορά το εάν ένας πρόεδρος δύναται να ενάγει την ίδια του την κυβέρνηση. Σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, τα ομοσπονδιακά δικαστήρια μπορούν να εκδικάζουν μόνο πραγματικές διαφορές μεταξύ διαδίκων που έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα ως προς το αποτέλεσμα. Η δικαστής του Περιφερειακού Δικαστηρίου των ΗΠΑ στο Μαϊάμι, Κάθλιν Γουίλιαμς Ουίλιαμς, η οποία είχε αναλάβει την υπόθεση, είχε δηλώσει τον προηγούμενο μήνα ότι δεν είναι ξεκάθαρο εάν τα δύο μέρη αποτελούν «πραγματικά αντίδικες μεταξύ τους». Είχε ορίσει δικάσιμο για τις 27 Μαΐου προκειμένου να ακούσει τα επιχειρήματά τους και να αποφασίσει εάν θα απορρίψει την υπόθεση ή όχι.
