web analytics

Η απαίτηση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης για αποκάλυψη πηγών δημοσιογράφων.

Ο υπηρεσιακός υπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ Τοντ Μπλαντς στάθηκε χθες Τρίτη στο πλευρό των δικαστικών κλητεύσεων που φέρεται να επιδόθηκαν σε δημοσιογράφους προκειμένου να τους αναγκάσουν να παραδώσουν έγγραφα και αρχεία στις αρχές και να φανερώσουν τις πηγές τους, στο πλαίσιο ερευνών για διαρροές απορρήτων.

Χωρίς να κατονομάσει κανένα μέσο, οι δηλώσεις του κ. Μπλαντς καταγράφηκαν λίγο μετά τη δημοσίευση άρθρου της Wall Street Journal που ανέφερε πως η εφημερίδα έλαβε κλητεύσεις από ομοσπονδιακό σώμα ενόρκων ζητώντας τα αρχεία δημοσιογράφων της που κάλυψαν νευραλγικής σημασίας θέματα που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια, ειδικά το πόλεμο στο Ιράν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, επίσης χωρίς να αναφερθεί σε κάποιο μέσο ονομαστικά, ξέσπασε εναντίον της κάλυψης του πολέμου.

«Όταν τα μέσα ενημέρωσης των ψευδών ειδήσεων λένε ότι ο εχθρός μας, το Ιράν, τα πάει καλά από στρατιωτική σκοπιά εναντίον μας, πρόκειται σχεδόν για προδοσία καθώς πρόκειται για τόσο ψευδή και γκροτέσκα θέση», έγραψε μέσω Truth Social.

«Η προσαγωγή στη δικαιοσύνη όσων επιδίδονται σε διαρροές, μοιράζονται τα μυστικά του έθνους μας με δημοσιογράφους – θέτοντας σε κίνδυνο την εθνική μας ασφάλεια και τη ζωή στρατιωτών μας – αποτελεί προτεραιότητα για αυτή την κυβέρνηση», υπογράμμισε ο Τοντ Μπλαντς μέσω X.

«Οποιοσδήποτε μάρτυρας, είτε είναι ρεπόρτερ είτε όχι, που έχει στην κατοχή του πληροφορίες για αυτούς τους εγκληματίες δεν θα πρέπει να εκπλαγεί αν λάβει κλήτευση σχετικά με παράνομη διαρροή διαβαθμισμένου υλικού», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Τζέρναλ, το υπουργείο Δικαιοσύνης σκοπεύει «να περάσει στην επίθεση» και να εντοπίσει ποιοι έκαναν διαρροές στα ΜΜΕ, κυρίως μετά την έναρξη του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου εναντίον του Ιράν την 28η Φεβρουαρίου.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο πρόεδρος Τραμπ παρέδωσε στον υπηρεσιακό υπουργό Μπλαντς – πρώην προσωπικό του δικηγόρο – ένα πακέτο με ρεπορτάζ που θεωρεί επιζήμια για την αμερικανική εθνική ασφάλεια, στο οποίο είχε κολλήσει post-it με τη λέξη «προδοσία».

«Θα αντιμετωπίσουμε με σθένος αυτή την απόπειρα στραγγαλισμού κι εκφοβισμού της δημοσιογραφικής δουλειάς εκ των ων ουκ άνευ», σχολίασε ο Ασόκ Σίνχα, διευθυντής επικοινωνίας της Dow Jones, μητρικής εταιρείας της WSJ.

Ο Ρεπουμπλικάνος μεγιστάνας διατηρεί εδώ και χρόνια ιδιαίτερα τεταμένες σχέσεις με σημαντικό μέρος των αμερικανικών ΜΜΕ, καταγγέλλει τακτικά τις «ψευδείς ειδήσεις», αναφέρεται σε «εχθρούς του λαού» και πολλά άλλα.

Την περασμένη χρονιά, το υπουργείο Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Τραμπ κατήργησε πολιτική που είχε τεθεί σε εφαρμογή επί προεδρίας Μπάιντεν με στόχο την ενίσχυση της προστασίας των δημοσιογράφων, περιορίζοντας τη δυνατότητα να αποφεύγουν την αποκάλυψη των πηγών τους.

Τον Ιανουάριο, στο πλαίσιο άλλης έρευνας για διαρροή διαβαθμισμένων εγγράφων, πράκτορες του FBI εισέβαλαν στην οικία δημοσιογράφου της Washington Post και κατάσχεσαν ηλεκτρονικές συσκευές της. Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) χαρακτήρισε την κίνηση «πολύ ασυνήθιστη».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *