Η Ιωάννα Τούνη νιώθει έντονα άσχημα για όσα συνέβησαν μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Η επιχειρηματίας και influencer ξέσπασε σε λυγμούς στο βίντεο που ανέβασε στον προσωπικό της λογαριασμό στο Instagram, και αν και τυπικά δικαιώθηκε από το δικαστήριο, στην πράξη νιώθει πως αυτό δεν ισχύει στην καθημερινότητα.
«Καλημέρα και καλή εβδομάδα, συμπεθερές μου, θα έλεγα αν η ζωή μου δεν ήταν μία απέραντη φαρσοκωμωδία, γιατί πραγματικά νομίζω ότι κάποιος μου κάνει πλάκα με όλα αυτά που ζω. Παραλίγο να περάσω ολόκληρο το Σαββατοκύριακο στη φυλακή. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Αφού τελείωσε το δικαστήριο και βγήκε η απόφαση, που καταδίκασε και τους δύο κατηγορούμενους ως ένοχους πλέον για κακούργημα, με ποινές τριών και τεσσάρων ετών φυλάκισης αντίστοιχα, με αναστολή, οι κολλητοί μου τηλεφώνησαν σε νυχτερινό κέντρο και έκλεισαν τραπέζι για να γιορτάσουμε. Είπαμε συγκεκριμένα «κράτηση στο όνομα Τούνη», για να γιορτάσουμε και την υπόθεση.
Και ξαφνικά, πώς έσπασε ο διάολος το πόδι του; Η έξοδος που τόσο ανυπομονούσα να ζήσω, μια απελευθερωτική στιγμή με την παρέα μου μετά από μια νίκη εννιά χρόνων στο δικαστήριο… και δίπλα μου να κάθεται ο άνθρωπος που με κακοποίησε. Αυτός που με δική του πρωτοβουλία, με γνώση και πρόθεση, σήκωσε το τηλέφωνό του και κατέγραψε εμένα σε προσωπική στιγμή με τον φίλο του χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Κάτι που αποδείχθηκε στο δικαστήριο και πλέον δεν είναι απλώς κατηγορούμενος – είναι ένοχος. Ένοχος για κακούργημα, το ξαναλέω. Όμως η δικαιοσύνη, όπως φαίνεται, είναι μια έννοια θολή, γιατί αυτός ο άνθρωπος δεν πρόκειται να μπει φυλακή. Είναι ελεύθερος με αναστολή.
Και φυσικά, αφού δεν του επιβλήθηκε κανένα πρόστιμο, αφού κι εγώ δεν ζήτησα καμία αποζημίωση – γιατί δεν ήθελα τα χρήματά του, ήθελα μόνο πραγματική δικαιοσύνη – βγήκε κι αυτός να γιορτάσει τη δική του «νίκη», γιατί στην πράξη το όνομά του δεν αποκαλύφθηκε, δεν πλήρωσε ούτε ένα ευρώ και δεν θα μπει ποτέ φυλακή. Και ναι, ένιωσα πάρα πολύ άσχημα. Να πρέπει να βρίσκομαι έξω την ημέρα που δικαιώθηκα… τι τραγική ειρωνεία: τη μέρα που πήγα να γιορτάσω τη νίκη μου στο δικαστήριο, να γιορτάζει δίπλα μου ο άνθρωπος που με κακοποίησε. Ζήτησα επανειλημμένα από τους υπεύθυνους του μαγαζιού – που τους γνώριζα – να φύγει. Δεν έφυγε.
Προσπάθησαν, ναι, αλλά δεν έφυγε. Με κοιτούσε προκλητικά. Ήθελα να φύγω εγώ, γιατί δεν μπορούσα να διασκεδάσω με αυτόν δύο μέτρα μακριά μου. Αλλά οι φίλοι μου μου έλεγαν: «Ιωάννα, νικήσαμε, δεν θα φύγουμε εμείς με σκυμμένο το κεφάλι. Αυτός πρέπει να φύγει. Αν έχει ίχνος τσίπας, ας αποχωρήσει». Τελικά, φύγαμε εμείς. Αναγκαστήκαμε να αποχωρήσουμε, ενώ αυτός έμεινε και συνέχισε να διασκεδάζει – ο άνθρωπος που με κακοποίησε. Γιατί στα χαρτιά η νίκη ίσως ήταν δική μου, αλλά στη ζωή η νίκη ήταν δική του. Γι’ αυτό… ήταν «καλή ιδέα» να βγει στα μπουζούκια να το γιορτάσει. Φεύγοντας, ένιωσα τόσο πνιγμένη από την αδικία, που προσπαθώ εννέα χρόνια τώρα να δικαιωθώ. Το όνομά μου έχει διασυρθεί παντού, μου έχει μείνει η ρετσινιά της βίζιτας.
Κι ο ένοχος είναι απόλυτα προστατευμένος. Κανείς δεν ξέρει ποιος είναι. Το όνομά του προστατεύεται από όλους τους δημοσιογράφους σαν να είναι μαγεία, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι κατηγορούμενοι βγαίνουν στα ΜΜΕ πριν ακόμα ξεκινήσει η δίκη – φωτογραφίες, ονόματα, τα έχουμε δει όλα. Στη δική μου περίπτωση, τα ονόματα δεν αποκαλύφθηκαν ούτε μετά την καταδίκη. Την επομένη το πρωί, δύο αστυνομικοί ήταν έξω από το σπίτι μου… ήρθαν να με πάρουν για αυτόφωρο. Το περιπολικό με πήγε στο τμήμα… εμένα, το θύμα. [κλαίει] Μία γυναίκα που έχει διασυρθεί για εννέα χρόνια, που αποφάσισε επιτέλους να μιλήσει.
Δόξα τω Θεώ, υπάρχει Θεός – και η εισαγγελέας μετά από λίγες ώρες με άφησε να φύγω από το τμήμα. Μιλάμε για ανθρώπους αδίστακτους, χωρίς ίχνος μεταμέλειας ή ντροπής. Όχι μόνο διέπραξαν κακούργημα, όχι μόνο βγήκαν να το γιορτάσουν στα μπουζούκια, αλλά όταν το θύμα μιλήσει μετά από εννέα χρόνια… εννέα χρόνια… και πει τα ονόματά τους… θέλουν να με στείλουν εμένα φυλακή! [αναστενάζει] Δεν… δεν ξέρω τι να πω, δεν ξέρω πώς… Ουφ… προσπαθώ να ηρεμήσω. Δεν έχω ανεβάσει τίποτα τις τελευταίες μέρες. Και δεν μπορώ, δεν μπορώ πραγματικά να ηρεμήσω. Καταλαβαίνω ότι το αυτόφωρο ήταν τυπική διαδικασία, οι αστυνομικοί ήταν πολύ καλοί μαζί μου και δεν με έφεραν σε δύσκολη θέση.
Φυσικά, αισθάνονταν άσχημα που έπρεπε να κάνουν τη δουλειά τους. Αλλά θέλω να σταθώ στην αδικία των νόμων. Στο πώς μπορεί το θύμα να βρεθεί στη φυλακή και οι κατηγορούμενοι να διασκεδάζουν στα μπουζούκια. Αχ Θεέ μου… δεν ξέρω πότε θα μπορέσω να μιλάω για αυτό χωρίς να κλαίω. Όλοι μιλάνε για δικαιοσύνη. Για απονομή δικαιοσύνης μετά από εννέα χρόνια! Κι εγώ πλέον την ψάχνω… δεν ξέρω πού είναι. Γιατί οι δύο αυτοί άνθρωποι, που είναι ελεύθεροι με αναστολή – δεν θα μπουν φυλακή – είχαν το θράσος να ασκήσουν έφεση.
Δεν τους άρεσε η ποινή τους. Δηλαδή, δεν τους έφτανε που δεν πληρώνουν, που δεν θα μπουν φυλακή – ήθελαν κι άλλο! Θέλουν να πάρουν κι άλλο! Έτσι, ο δικηγόρος μου θα ασκήσει κι αυτός έφεση, ζητώντας αυστηρότερη ποινή. Εε… με συγχωρείτε αν κάνω κάποιο νομικό λάθος, προσπαθώ να μιλήσω απλά – δεν είμαι νομικός, παιδαγωγικό τελείωσα.
Δεν ξέρω πώς νιώθω ή τι να πω. Ακούω παντού «να μιλάνε τα θύματα». Να μη σωπαίνουν. Αλλά όταν μιλήσουν… βρίσκονται στη φυλακή. Στη φυλακή που τους στέλνουν οι ένοχοι, που κυκλοφορούν ελεύθεροι. Πολλές σκέψεις… Για την ώρα, θα προσπαθήσω να ηρεμήσω», είπε η Ιωάννα Τούνη.
