Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων προχωρά σε νέα εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο, εντάσσοντας επιπλέον χρέη ύψους 6 δισ. ευρώ στην κατηγορία των «ανεπίδεκτων είσπραξης» έως το τέλος του 2026.
Βάσει του επιχειρησιακού σχεδίου της ΑΑΔΕ, το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών που θα μεταφερθούν αφορά μεγάλες υποθέσεις, καθώς περίπου 5,8 δισ. ευρώ προέρχονται από οφειλές άνω του 1,5 εκατ. ευρώ ανά περίπτωση, ενώ μόλις 200 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν σε μικρότερες οφειλές.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία (Μάρτιος 2026), το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη φορολογική διοίκηση ανέρχεται σε 114,516 δισ. ευρώ. Ήδη, ποσό 35,264 δισ. ευρώ, δηλαδή το 30,8% του συνόλου, έχει χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτο είσπραξης. Με την προσθήκη των 6 δισ. ως το τέλος του έτους, το σχετικό υπόλοιπο αναμένεται να διαμορφωθεί στα 41,264 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας το 36% των συνολικών οφειλών.
Ως ανεπίδεκτες είσπραξης ορίζονται οφειλές για τις οποίες έχουν εξαντληθεί όλα τα διαθέσιμα εισπρακτικά μέσα και κάθε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των αρμόδιων υπηρεσιών, παραμένουν ανείσπρακτες επί δεκαετίες.
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, όπως προβλέπεται από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό αυτό. Μεταξύ άλλων, απαιτείται η ολοκλήρωση ερευνών χωρίς εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων, η διαπίστωση αντικειμενικής αδυναμίας είσπραξης, καθώς και η άσκηση ποινικής δίωξης όπου προβλέπεται ή η διαπίστωση αδυναμίας άσκησής της.
Επιπροσθέτως, απαιτείται ειδική αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου από αρμόδιο ελεγκτή της ΑΑΔΕ, που βεβαιώνει ότι έχουν τηρηθεί οι σχετικές προϋποθέσεις για κάθε τέτοια περίπτωση.
Με τροποποιήσεις που εισήχθησαν στον ΚΕΔΕ το 2025, επεκτάθηκαν τα κριτήρια υπαγωγής, επιτρέποντας τον χαρακτηρισμό οφειλών ως ανεπίδεκτων ακόμη και όταν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, η αξία της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη και των συνυπόχρεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 5% της βασικής οφειλής και σε κάθε περίπτωση τα 100.000 ευρώ, ενώ για την κινητή περιουσία τίθεται όριο 30.000 ευρώ. Εναλλακτικά, αν η περιουσία υπερβαίνει τα 100.000 ευρώ, ως ανεπίδεκτο είσπραξης δύναται να χαρακτηριστεί μόνο το υπόλοιπο της οφειλής μετά την αφαίρεση ποσού που αντιστοιχεί στο διπλάσιο της αξίας των περιουσιακών στοιχείων.
Ειδικές ρυθμίσεις ισχύουν επίσης για περιπτώσεις επιχειρήσεων που βρίσκονται σε εκκαθάριση ή πτώχευση επί μακρό χρονικό διάστημα, καθώς και για οφειλές αποβιωσάντων φορολογουμένων χωρίς περιουσιακά στοιχεία και χωρίς αποδοχή κληρονομιάς από τους νόμιμους κληρονόμους.
Η διαδικασία αυτή στοχεύει στην αποτύπωση της πραγματικής εικόνας των εισπράξιμων οφειλών, διαχωρίζοντας τα ποσά των οποίων, πρακτικά, θεωρείται πλέον ανέφικτη η είσπραξη, από εκείνα για τα οποία υπάρχουν ουσιαστικές πιθανότητες ανάκτησης.
Ωστόσο οι οφειλές που καταχωρούνται στα ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης δεν διαγράφονται, αλλά παραμένουν καταγεγραμμένες για χρονικό διάστημα δέκα ετών, ενώ στη συνέχεια επανεξετάζονται. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναστέλλεται η παραγραφή, ενώ οι οφειλέτες δεν μπορούν να λάβουν φορολογική ενημερότητα -παρά μόνο βεβαίωση οφειλής.
Ταυτόχρονα, δύνανται να επιβάλλονται δεσμεύσεις σε τραπεζικούς και επενδυτικούς λογαριασμούς, καθώς και σε θυρίδες, ενώ το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να επανέλθει με μέτρα αναγκαστικής είσπραξης ή συμψηφισμούς, σε περίπτωση που προκύψουν νέα περιουσιακά στοιχεία ή μεταβληθεί η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη.
