web analytics

Η κινητοποίηση εταιρειών γύρω από το νέο αμυντικό πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Το σημαντικότερο από τα αμυντικά projects που έχουν προωθηθεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, η «Ασπίδα του Αχιλλέα», μετατρέπεται πλέον και σε σκηνή έντονου επιχειρηματικού ανταγωνισμού, με ελληνικές και ξένες εταιρείες να διεκδικούν ρόλο στο πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας που σχεδιάζει η Αθήνα.

Το πρόγραμμα, το οποίο βάσει των έως τώρα στοιχείων της αγοράς εκτιμάται ότι θα φτάσει κοντά στα 3 δισ. ευρώ, θεωρείται καθοριστικό τόσο για την ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης της χώρας όσο και για την επανεκκίνηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας μέσω συμπαραγωγών, μεταφοράς τεχνογνωσίας και νέων επενδύσεων.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάζεται ως ενιαίο πλέγμα αεράμυνας που θα ενοποιεί αντιαεροπορικά, αντιβαλλιστικά και anti-drone συστήματα, αισθητήρες, ραντάρ και κέντρα διοίκησης και ελέγχου. Στόχος είναι η δημιουργία πολυεπίπεδης προστασίας έναντι πυραυλικών επιθέσεων, drones, UAVs, αεροσκαφών και άλλων ασύμμετρων απειλών, με αρχική προτεραιότητα στη Θράκη και το ανατολικό Αιγαίο.

Κατά τις διαθέσιμες πληροφορίες, το ενδιαφέρον των ξένων αμυντικών κολοσσών εστιάζεται κυρίως σε τέσσερις τομείς: τα συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, τις λύσεις μεσαίου βεληνεκούς, τα anti-drone συστήματα και τα κέντρα διασύνδεσης και διοίκησης.

Στην πρώτη γραμμή των διεκδικήσεων βρίσκονται ισραηλινές εταιρείες, καθώς το μοντέλο της ελληνικής «Ασπίδας του Αχιλλέα» παραπέμπει σε αντίστοιχα ολοκληρωμένα συστήματα αεράμυνας που ήδη χρησιμοποιεί το Ισραήλ. Η Israel Aerospace Industries (IAI) προωθεί το Barak MX, ένα ολοκληρωμένο αντιαεροπορικό και αντιβαλλιστικό σύστημα πολλαπλών αποστάσεων ικανό να αντιμετωπίσει αεροσκάφη, drones, πυραύλους cruise και βαλλιστικές απειλές. Το συγκεκριμένο σύστημα θεωρείται επικρατέστερο για τον βασικό πυλώνα της αρχιτεκτονικής αεράμυνας της χώρας.

Η Rafael Advanced Defense Systems διεκδικεί σημαντικό μερίδιο μέσω των David’s Sling και Spyder. Το πρώτο στοχεύει στην αναχαίτιση πυραύλων και προηγμένων απειλών μέσης και μεγάλης εμβέλειας, ενώ το δεύτερο προσφέρει προστασία σε μικρότερες περιοχές έναντι UAVs και αεροπορικών στόχων. Το ισραηλινό ενδιαφέρον ενισχύεται από τη στενή αμυντική συνεργασία που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια μεταξύ των δύο χωρών σε τομείς εκπαίδευσης, τεχνολογίας και εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες φέρεται να έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για επιμέρους υποσυστήματα, κυρίως σε τομείς αισθητήρων, ραντάρ, ηλεκτρονικού πολέμου και διασύνδεσης. Πάντως, οι ισραηλινές λύσεις διατηρούν προβάδισμα λόγω επιχειρησιακής ωριμότητας και δυνατότητας άμεσης ενσωμάτωσης.

Το ενδιαφέρον, όμως, δεν περιορίζεται στους ξένους ομίλους. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει την ισχυρή εμπλοκή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, με στόχο σημαντικό μέρος της προστιθέμενης αξίας να παραμείνει στην Ελλάδα. Το υπουργείο Εθνικής ‘Αμυνας πιέζει για συμπαραγωγές, συμμετοχή ελληνικών εργοστασίων και ανάληψη εργασιών συντήρησης και τεχνικής υποστήριξης από εγχώριες εταιρείες.

Στόχος είναι τουλάχιστον το 25% του έργου να κατευθυνθεί στην εγχώρια βιομηχανία μέσω συμπαραγωγών και ανάπτυξης υποσυστημάτων, ενώ δίνεται έμφαση σε καινοτόμα συστήματα και σύγχρονης τεχνολογίας που επεξεργάζεται το ΕΛΚΑΚ.

Ενδιαφέρον για συμμετοχή έχουν καταθέσει η Intracom Defense, με εμπειρία σε ηλεκτρονικά και συστήματα επικοινωνιών, η THEON International στα οπτρονικά και συστήματα επιτήρησης, καθώς και η METLEN Energy & Metals, που διεκδικεί μεγαλύτερη θέση στην ευρωπαϊκή αμυντική αλυσίδα αξίας. Τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα και η ΕΑΒ εμφανίζονται επίσης στο ίδιο πλαίσιο, κυρίως για έργα ολοκλήρωσης, υποστήριξης και συντήρησης. Ακόμη, συμμετοχή διερευνούν οι Miltech, Scytalys, Akmon και τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας, ενώ εξετάζεται και η εμπλοκή των ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, AKTOR κ.ά., σε κατασκευαστικό και υποστηρικτικό έργο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΛΒΟ έχει τοποθετηθεί δημόσια υπέρ της συμμετοχής της, τονίζοντας τεχνογνωσία σε στρατιωτικά οχήματα, ειδικές πλατφόρμες και ολοκληρωμένα αμυντικά συστήματα. Εκτιμάται ότι ενδιαφέρεται κυρίως για κινητούς φορείς εκτόξευσης, οχήματα διοίκησης και μεταφοράς συστημάτων, καθώς και για έργα τεχνικής υποστήριξης.

Παράλληλα, πληροφορίες της αγοράς καταγράφουν διερεύνηση ενδιαφέροντος από ελληνικές εταιρείες ηλεκτρονικών, λογισμικού, τηλεπικοινωνιών και αμυντικών εφαρμογών, που στοχεύουν να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη λογισμικού διαχείρισης μάχης, στην ενσωμάτωση αισθητήρων και στη διασύνδεση των επιμέρους συστημάτων.

Σύμφωνα με τον μέχρι στιγμής σχεδιασμό, το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί σταδιακά έως το τέλος της δεκαετίας. Η πρώτη φάση, η οποία θεωρείται κρισιμότερη, θα αφορά την εγκατάσταση βασικών συστημάτων αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας σε κρίσιμες περιοχές. Στη συνέχεια θα ενισχυθούν οι δυνατότητες anti-drone, θα προστεθούν περισσότεροι αισθητήρες και θα διευρυνθεί η επιχειρησιακή κάλυψη.

Τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν ότι το πρόγραμμα αναμένεται να εισαχθεί προς τελική έγκριση στο ΚΥΣΕΑ εντός του 2026, ώστε να ξεκινήσουν οι οριστικές συμβατικές διαπραγματεύσεις με τους υποψήφιους αναδόχους. Παράλληλα, τεχνικά και νομικά κλιμάκια των ενδιαφερόμενων εταιρειών βρίσκονται ήδη σε επαφή με την ελληνική πλευρά για το τελικό μοντέλο συνεργασίας.

Βάσει του υφιστάμενου χρονοδιαγράμματος, οι δεσμευτικές προσφορές και η οριστικοποίηση των βασικών συμφωνιών αναμένεται να ολοκληρωθούν εντός του 2026 ή στις αρχές του 2027. Αν δεν προκύψουν καθυστερήσεις, η σταδιακή παράδοση των πρώτων συστημάτων θα μπορούσε να ξεκινήσει το 2027 και να εξελιχθεί σε πολλές φάσεις μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Στην αγορά εκτιμάται ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα αποτελέσει βασικό μοχλό ανάπτυξης για την ελληνική αμυντική βιομηχανία τα επόμενα χρόνια, καθώς, πέρα από τις άμεσες συμβάσεις, αναμένεται να δημιουργήσει ένα ευρύτερο οικοσύστημα τεχνολογίας, υποστήριξης και βιομηχανικής συνεργασίας. Οι ίδιες εκτιμήσεις συνδέουν το πρόγραμμα με την ευρύτερη προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ενίσχυση της αμυντικής αυτονομίας της Ευρώπης και αύξηση της παραγωγικής ικανότητας των κρατών-μελών στον τομέα της άμυνας.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» εντάσσεται στο νέο μακροπρόθεσμο εξοπλιστικό πρόγραμμα της χώρας, που εκτείνεται σε ορίζοντα 12ετίας και περιλαμβάνει μεγάλες επενδύσεις σε αεροπορία, ναυτικό, συστήματα αεράμυνας και ψηφιακές υποδομές άμυνας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *