Σήμερα, η ελληνική οικονομία βρίσκεται προφανώς σε σαφώς βελτιωμένη θέση απέναντι στη νέα ενεργειακή κρίση σε σύγκριση με το παρελθόν. Ουδεμία οικονομία, ωστόσο, μπορεί να παραμείνει πλήρως θωρακισμένη—όσο ισχυρή κι αν είναι—έναντι εκτεταμένων στασιμοπληθωριστικών κλυδωνισμών όπως αυτοί που βιώσαμε την τελευταία διετία, δήλωσε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξή του στο liberal.gr.
Όπως επεσήμανε, «η ελληνική οικονομία εισήλθε στην παρούσα φάση αβεβαιότητας από σαφώς ισχυρότερη μακροοικονομική και δημοσιονομική βάση. Παράλληλα, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η απρόσκοπτη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα έχουν περιορίσει ουσιαστικά την ευπάθεια της οικονομίας απέναντι σε εξωτερικούς κραδασμούς», υπογράμμισε ο Διοικητής της ΤτΕ.
«Η χώρα διαθέτει σήμερα σαφώς μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης κρίσεων σε σύγκριση με το 2022 ή ακόμη περισσότερο με την προηγούμενη δεκαετία. Η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών», συνέχισε ο Γιάννης Στουρνάρας, «και η στροφή προς μεγαλύτερη ενεργειακή αυτάρκεια και ευελιξία ενισχύουν επιπλέον την ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι σε διαταραχές στην αγορά ενέργειας. Αυτό, βεβαίως, δεν συνεπάγεται ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαλειφθεί. Η υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στην κατανάλωση, την παραγωγή και τον τουρισμό παραμένουν πηγές ευπάθειας, ιδιαίτερα υπό συνθήκες παρατεταμένης κρίσης».
Σύμφωνα με τον Διοικητή της ΤτΕ, «σε αντίθεση με το παρελθόν, η ελληνική οικονομία διαθέτει πλέον πραγματικά περιθώρια ελιγμών. Η σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους δημιουργούν τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για παρεμβάσεις όταν απαιτούνται. Ταυτόχρονα, τα χαρακτηριστικά του ελληνικού χρέους—όπως η επιμήκυνση της μέσης διάρκειάς του και το υψηλό ποσοστό σταθερού επιτοκίου—περιορίζουν την έκθεση της χώρας σε διακυμάνσεις των χρηματοπιστωτικών συνθηκών».
«Σε αυτό το πλαίσιο», τόνισε ο Γιάννης Στουρνάρας, «τα όποια δημοσιονομικά μέτρα χρειαστούν θα πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένα, προσωρινά και συμβατά με τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Η εμπειρία καταδεικνύει ότι οι οριζόντιες παρεμβάσεις έχουν υψηλό κόστος και περιορισμένη αποτελεσματικότητα, ενώ ενδέχεται να τροφοδοτήσουν πληθωριστικές πιέσεις. Αντιθέτως, προτεραιότητα απαιτείται να δοθεί στη στήριξη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που εκτίθενται εντονότερα στο ενεργειακό κόστος. Πέραν των άμεσων δημοσιονομικών παρεμβάσεων», υπογράμμισε ο Γιάννης Στουρνάρας στη συνέντευξή του, «η ουσιαστική θωράκιση απέναντι σε μια νέα ενεργειακή κρίση διέρχεται μέσα από την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, η οποία αποτελεί πλέον κεντρικό πυλώνα της οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και η διασφάλιση προσιτού ενεργειακού κόστους απαιτούν σημαντική επιτάχυνση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς και εκσυγχρονισμό των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας ώστε να υποδεχθούν νέα παραγωγική δυναμικότητα. Παράλληλα, η ενίσχυση των διασυνοριακών ενεργειακών διασυνδέσεων και η βελτίωση της λειτουργίας των αγορών ενέργειας μπορούν να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό, να μειώσουν το κόστος και να αυξήσουν την ανθεκτικότητα απέναντι σε διαταραχές εφοδιασμού. Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων λειτουργεί ως καθοριστικός σταθεροποιητικός μηχανισμός, στηρίζοντας τις επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση και μετριάζοντας τις επιπτώσεις της εξωτερικής αστάθειας στην οικονομική δραστηριότητα». «Ωστόσο, εφόσον η ενεργειακή διαταραχή είναι κοινή και συμμετρική για την Ευρώπη», ανέφερε ο Διοικητής της ΤτΕ, «καμία χώρα δεν δύναται να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μόνη της, ιδιαίτερα εάν η κρίση έχει μεγάλη διάρκεια. Απαιτείται ευρωπαϊκή απάντηση. Η ενίσχυση της ενεργειακής ένωσης, οι κοινές επενδύσεις σε υποδομές και διασυνδέσεις, η εμβάθυνση της χρηματοπιστωτικής και δημοσιονομικής ενοποίησης, καθώς και η ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων συνιστούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανθεκτικότητας. Η εμπειρία του NextGenerationEU απέδειξε ότι η συντονισμένη ευρωπαϊκή δράση μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κοινές διαταραχές, διατηρώντας παράλληλα τη δημοσιονομική σταθερότητα και ενισχύοντας την αναπτυξιακή δυναμική».
