web analytics

Στουρνάρας: Οι συνθήκες και η πρόταση για ευρωομόλογα.

Πολύ πριν τα ευρωομόλογα γίνουν της μόδας, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας είχε ήδη ξεκινήσει την καμπάνια του υπέρ τους· τώρα, στρέφει το βλέμμα του στο πιο δύσκολο ακροατήριο: τη γερμανική κυβέρνηση.

Με αυτόν τον τρόπο το Politico προλογίζει τη συνέντευξη του Έλληνα κεντρικού τραπεζίτη, επισημαίνοντας ότι τα επιχειρήματα υπέρ της κοινής χρηματοδότησης βασικών αναγκών έχουν πλέον το πάνω χέρι. Όπως εξηγεί ο κ. Στουρνάρας στο Politico, οι διαδοχικές κρίσεις οδήγησαν σε ραγδαία αύξηση του δημόσιου χρέους των χωρών της ΕΕ, περιορίζοντας παράλληλα τη δυνατότητα των κρατικών προϋπολογισμών να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των εμπορικών δασμών των ΗΠΑ, του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και των απειλών της Κίνας να περιορίσει τις εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών.

Χωρίς κοινά ομόλογα για την άμυνα, την πράσινη μετάβαση και τις στρατηγικές επενδύσεις, η ΕΕ δεν θα μπορέσει να διατηρήσει ανταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια σκηνή. Ακόμα πιο σημαντικό, ο κ. Στουρνάρας μετράει πλέον στο πλευρό του τη γερμανική και την ολλανδική κεντρική τράπεζα, αφού έληξε ο 15ετής διχασμός εντός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για τη δημιουργία ενός «κοινού ευρωπαϊκού, υψηλής ρευστότητας, ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου αναφοράς για ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ»· με άλλα λόγια, ενός ευρωομολόγου.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ κάλεσε τους ηγέτες της ΕΕ, που συναντήθηκαν σε άτυπη σύνοδο κορυφής στις αρχές του μήνα, να επιδείξουν συνοχή. Κατά τον κ. Στουρνάρα, οι κυβερνήσεις ήρθε η ώρα να συνταχθούν.

«Το σημερινό διεθνές περιβάλλον λειτουργεί ως ξυπνητήρι για τους Ευρωπαίους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής», δήλωσε ο 69χρονος κεντρικός τραπεζίτης. «Η πολιτική δυναμική που διαμορφώνεται είναι σίγουρα ελπιδοφόρα».

Η αισιοδοξία του συγκρούεται με την αδιάλλακτη αντίδραση του Γερμανού Καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος απέρριψε κατηγορηματικά την ιδέα κατά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ την περασμένη εβδομάδα.

«Ανησυχώ», είπε ο κ. Στουρνάρας για την επιμονή της Γερμανίας. «Αλλά θέλω να τους πείσω».

Ο κ. Στουρνάρας, που διετέλεσε υπουργός οικονομικών της Ελλάδας από το 2012 ως το 2014 προτού αναλάβει διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι σταθερός υποστηρικτής του μέτρου. Στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ παρέμενε επί μακρόν απομονωμένος, μαζί με τον Ιταλό ομόλογό του. Στην κορύφωση της κρίσης χρέους, η θέση τους συχνά αποδιδόταν στο εθνικό συμφέρον: Ελλάδα και Ιταλία θα κέρδιζαν δυσανάλογα από τον κοινό δανεισμό.

«Πριν μερικά χρόνια, είμασταν ένα, το πολύ δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που υποστηρίζαμε τα ευρωομόλογα», θυμάται ο κ. Στουρνάρας. «Τα υπόλοιπα έλεγαν: “Εσείς είστε από τον ευρωπαϊκό Νότο, οπότε είναι κατανοητό”. Σήμερα, όμως, έχουμε συνειδητοποιήσει όλοι πόσο σημαντικά είναι τα ευρωομόλογα». Πλέον, ακόμη και η γερμανική κεντρική τράπεζα, de facto επικεφαλής των σκεπτικιστών, έχει αναθεωρήσει.

Κατά τον ίδιο, η στροφή των απόψεων οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες πριν από μία δεκαετία βρίσκονταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, σήμερα παρουσιάζουν καλές επιδόσεις. Η σιωπηρή μεταφορά πόρων από το Βερολίνο προς τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες μέσω του κοινού δανεισμού έχει πλέον περιοριστεί σημαντικά. Οι διαβόητες “διαφορές αποδόσεων” (spreads), δηλαδή η διαφορά κόστους δανεισμού Ελλάδας και Ιταλίας έναντι της Γερμανίας σε 10ετές ομόλογο, είναι σήμερα κάτω από 1 ποσοστιαία μονάδα.

Το πιο ισχυρό επιχείρημα, επιμένει ο κ. Στουρνάρας, είναι το ξεκάθαρο μήνυμα των επενδυτών ότι ολόκληρη η Ευρώπη θα ωφεληθεί από την έκδοση κοινού χρέους.

«Αν συνομιλήσετε με κάθε σημαντικό διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων, είτε στην Ευρώπη είτε στις ΗΠΑ, και τον ρωτήσετε γιατί το μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ευρώπης επενδύεται εκτός, θα σας απαντήσει ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η έλλειψη επαρκών ασφαλών περιουσιακών στοιχείων», τόνισε. «Είναι ακόμη πιο σημαντικό και από την απόδοση».

Η κοινή έκδοση πρέπει να υπηρετεί «σαφώς προσδιορισμένους κοινούς ευρωπαϊκούς σκοπούς», επισήμανε ο κ. Στουρνάρας. «Υπάρχουν τρεις κοινές ανάγκες στην Ευρώπη που μπορούν να χρηματοδοτηθούν από κοινού: άμυνα, πράσινη μετάβαση και καινοτομία».

Οι υποστηρικτές του κοινού δανεισμού επιμένουν πως μια αγορά υψηλότερης ρευστότητας σε ασφαλή περιουσιακά στοιχεία σε ευρώ θα αυξήσει τη σχετική ελκυστικότητα της περιοχής για το παγκόσμιο κεφάλαιο, ενώ η αξιοπιστία του δολαρίου ΗΠΑ τίθεται ολοένα και περισσότερο υπό αμφισβήτηση. Ο ανταγωνισμός με το δολάριο για το καθεστώς παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος θα μπορούσε σταδιακά να μειώσει το κόστος δανεισμού και επενδύσεων για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης αρνήθηκε να δώσει ακριβή εκτίμηση του ποσού νέου χρέους που απαιτείται για να αλλάξουν ουσιαστικά οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες στην Ευρώπη, ανέφερε ωστόσο ότι θα χρειαστούν σημαντικά ποσά βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων εκδόσεων. Το βραχυπρόθεσμο χρέος εξυπηρετεί κυρίως την προσωρινή τοποθέτηση κεφαλαίων από επενδυτές, ενώ το μακροπρόθεσμο προσφέρει σημείο αναφοράς για μακροπρόθεσμα έργα του ιδιωτικού τομέα, όπως υποδομές.

Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι τα ευρωομόλογα «δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα υγιή εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια». Παράλληλα, εκτίμησε ότι δεν απαιτούνται νέοι κανόνες ή όργανα εποπτείας.

Αναφέρθηκε στην εμπειρία του παρελθόντος ως πετυχημένο προηγούμενο: το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας των 800 δισεκ. ευρώ που δημιουργήθηκε μετά την πανδημία. «Κρίσιμο χαρακτηριστικό του ήταν ότι η χρηματοδότηση συνδέθηκε με σαφώς προσδιορισμένους ευρωπαϊκούς στόχους, δεσμεύσεις με αυστηρές προθεσμίες και όρους μεταρρυθμίσεων. Η αρχιτεκτονική αυτή μείωσε τον ηθικό κίνδυνο και ενίσχυσε την αξιοπιστία στις αγορές», είπε.

Οι επικριτές σημειώνουν πως ο ηθικός κίνδυνος δεν εξαλείφθηκε εντελώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η κυβέρνηση του Giuseppe Conte στην Ιταλία χρηματοδότησε μέσω του NGEU το πρόγραμμα «Superbonus» μείωσης φόρων, το οποίο εκτροχίασε τον προϋπολογισμό της χώρας, αναγκάζοντας τη διαδόχο του, Giorgia Meloni, να λάβει δραστικά διορθωτικά μέτρα τα τελευταία χρόνια.

Η συζήτηση για τη χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική της Ευρώπης είναι φέτος πιο συναρπαστική από τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές της νομισματικής πολιτικής. Ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι «η οικονομία της ζώνης του ευρώ παραμένει σε καλό σημείο», καθώς ο πληθωρισμός αναμένεται να συγκλίνει στον στόχο της ΕΚΤ για 2% μεσοπρόθεσμα και η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ανθεκτική.

Αν και οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό είναι αμφίπλευροι, συνολικά, είπε, υπάρχει «ελαφρώς μεγαλύτερη» πιθανότητα η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ να είναι μείωση των επιτοκίων παρά αύξηση.

Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε, δεν υπάρχει λόγος αγωνίας: «Εκτός αν ο ουρανός πέσει στο κεφάλι μας, μην περιμένετε συναρπαστικές ειδήσεις από τη Φραγκφούρτη φέτος».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *