Η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει εκ νέου επιδείνωση του πληθωριστικού τοπίου, με κεντρικό επιταχυντή τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και το ισχυρό σοκ στις διεθνείς τιμές ενέργειας. Στο Inflation Monitor της 23ης Μαρτίου, η κεντρική τράπεζα επισημαίνει ότι από τα τέλη Φεβρουαρίου οι τιμές ενέργειας εκτινάχθηκαν κατά περίπου 40%, γεγονός που οδήγησε σε αναθεώρηση προς τα πάνω των προσδοκιών για τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη και τις ΗΠΑ και σε αντίστοιχη ανοδική προσαρμογή των προβλέψεων και για την Ελλάδα. Παράλληλα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, προειδοποίησε σε πρόσφατη ομιλία του για ενδεχόμενα σοκ προσφοράς εξαιτίας του πολέμου.
Στο πεδίο των τρεχουσών μετρήσεων, η εικόνα εξακολουθεί να είναι πιο δυσμενής στην Ελλάδα σε σύγκριση με το μέσο όρο της ευρωζώνης. Τον Φεβρουάριο, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,1% στην Ελλάδα, έναντι 1,9% στην ευρωζώνη. Η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει ότι την άνοδο τροφοδότησαν κυρίως οι υπηρεσίες και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, ενώ ο αποπληθωρισμός στην ενέργεια των πρώτων μηνών του έτους δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τη συνολική πίεση στις τιμές.
Η νέα δέσμη προβλέψεων είναι εμφανώς βαρύτερη από αυτή του Δεκεμβρίου. Για την Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,1% το 2026, έναντι 2,9% το 2025, και στη συνέχεια θα αποκλιμακωθεί στο 2,4% το 2027 και στο 2,3% το 2028. Για την ευρωζώνη, οι αντίστοιχες προβλέψεις τοποθετούν τον πληθωρισμό στο 2,6% το 2026, στο 2,0% το 2027 και στο 2,1% το 2028.
Η κεντρική τράπεζα αποδίδει την επιμονή του πληθωρισμού στην Ελλάδα όχι μόνο στην ακριβότερη ενέργεια, αλλά και στη διατήρηση ισχυρών πιέσεων στις υπηρεσίες. Όπως επισημαίνει, η αύξηση των μισθών, τα ενοίκια και η υψηλή τουριστική ζήτηση λειτουργούν ως κανάλια μετάδοσης της ακρίβειας στην εγχώρια οικονομία. Γι’ αυτό και ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο δείκτης χωρίς ενέργεια και τρόφιμα, εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί υψηλός, στο 3,0% το 2026, προτού υποχωρήσει στο 2,4% το 2027 και παραμείνει εκεί το 2028.
Παρότι η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι οι τεχνικές υποθέσεις των προβλέψεων βασίζονται στις τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης έως τις 11 Μαρτίου, άρα προεξοφλούν μια σταδιακή αποκλιμάκωση από τα πρόσφατα υψηλά, προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι εξακολουθούν να κλίνουν έντονα προς τα πάνω. Η επίπτωση του πολέμου στον πληθωρισμό θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια, την ένταση και τις πιθανές διαταραχές στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή.
Για την Ελλάδα, η ενεργειακή συνιστώσα προβλέπεται να κινηθεί εκ νέου σε θετικό έδαφος, με πληθωρισμό ενέργειας 2,8% το 2026 και 1,1% το 2027, ενώ το 2028 αναμένεται νέα επιτάχυνση στο 4,6%, λόγω και της ένταξης του νέου ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών ETS2. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι η ενεργειακή αποσυμπίεση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη ούτε σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Η εικόνα επιβαρύνεται και από τους πρόδρομους δείκτες. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τον Φεβρουάριο οι τιμές εισροών στη μεταποίηση αυξήθηκαν με τον ταχύτερο ρυθμό από τον Μάρτιο του 2025, λόγω ακριβότερων μεταφορών και πρώτων υλών. Την ίδια στιγμή, οι έρευνες επιχειρήσεων δείχνουν υψηλότερες προσδοκίες για τις μελλοντικές τιμές στο λιανεμπόριο και τις υπηρεσίες, στοιχείο που ενισχύει τον κίνδυνο μεγαλύτερης και πιο παρατεταμένης μετακύλισης του κόστους στον τελικό καταναλωτή.
Η βασική ανάγνωση της ανάλυσης της ΕΚΤ είναι σαφής: η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ελλάδα δεν ανακόπτεται, αλλά καθίσταται πιο δύσκολη, πιο αργή και πιο ευάλωτη σε εξωγενείς κλυδωνισμούς. Και όσο η ενέργεια, οι υπηρεσίες και τα ενοίκια κινούνται ανοδικά, η επιστροφή σε πιο σταθερό περιβάλλον τιμών θα παραμένει ζητούμενο.
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
