Απαντήσεις σε καίρια ζητήματα του δημόσιου διαλόγου (κόστος 13ης σύνταξης – 13ου μισθού, φορολογία μερισμάτων κ.α.) παρέχει με ανάρτησή του ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος.
Συγκεκριμένα, «όλοι συμφωνούμε ότι επιδιώκουμε καλύτερους μισθούς και υψηλότερες συντάξεις κι ότι η ακρίβεια απομειώνει ένα τμήμα των αυξήσεων που έχουν χορηγηθεί τα τελευταία έτη.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν υπάρχουν ανάγκες στην κοινωνία. Υπάρχουν και είναι πραγματικές και πολλαπλές. Το ερώτημα είναι αν οι προτάσεις που υποβάλλονται από την αντιπολίτευση συνοδεύονται από ένα αξιόπιστο σχέδιο χρηματοδότησης.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πρώτα τα δεδομένα με βάση τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού του 2026 ώστε να δύναται κάθε πολίτης να αξιολογεί με αυστηρότητα και ακρίβεια όσα ακούει να διατυπώνονται στη δημόσια σφαίρα.
*Πρώτον, η ετήσια δαπάνη για συντάξεις ανέρχεται σε 35,6 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό δημόσιο καταβάλλει (αν εξαιρεθούν ορισμένες συμπληρωματικές δαπάνες) περίπου 2,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα στους συνταξιούχους.
*Δεύτερον, η ετήσια δαπάνη για μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων ανέρχεται σε 21,6 δισ. ευρώ. Δηλαδή (αν εξαιρεθούν υπερωρίες και οδοιπορικά) περίπου 1,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα.
*Τρίτον, όποιος δεσμεύεται για 13η σύνταξη και 13ο μισθό στο Δημόσιο οφείλει να διευκρινίσει από πού θα εξεύρει επιπλέον 4 δισ. ευρώ (2,5+1,5) ανά έτος για να χρηματοδοτήσει αυτές τις μόνιμες δαπάνες.
Η συζήτηση, επομένως, αφορά πρωτίστως το εάν λέμε στους πολίτες ολόκληρη την αλήθεια για το κόστος των προτάσεών μας.
Πού θα εξευρεθούν αυτά τα 4 δισ. ευρώ;», διερωτάται ο κ. Σκέρτσος και προσθέτει:
«Ορισμένα κόμματα ισχυρίζονται ότι δύνανται να χρηματοδοτήσουν μόνιμες αυξήσεις μέσω υψηλότερης φορολόγησης των μερισμάτων που αποδίδονται σε μετόχους επιχειρήσεων.
Τα στοιχεία, όμως, επιβάλλουν προσοχή.
Το 2019, με συντελεστή φορολόγησης μερισμάτων 10%, τα δημόσια έσοδα από τα αποδιδόμενα μερίσματα ανήλθαν σε 173 εκατ. ευρώ.
Το 2024, με συντελεστή 5%, τα αντίστοιχα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 386 εκατ. ευρώ.
Ερώτημα κρίσιμο: με ποιον φορολογικό συντελεστή εισπράττει περισσότερα χρήματα το δημόσιο και παράλληλα ευημερεί η οικονομία και οι επενδύσεις; Με τον συντελεστή 10% του 2019 ή με τον συντελεστή 5% του 2024;
Η απάντηση είναι εμφανής: ο φιλοεπενδυτικός συντελεστής του 5% είναι αποτελεσματικότερος τόσο για την ανάπτυξη της οικονομίας όσο και για την είσπραξη εσόδων και την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, καθώς αύξησε τα έσοδα του δημοσίου κατά 123% από το 2019 στο 2024, τα οποία με τη σειρά τους ενίσχυσαν τις δαπάνες σε υγεία, παιδεία, μισθούς και συντάξεις.
Η υψηλότερη φορολογία μερισμάτων δεν τιμωρεί τους μετόχους αλλά την οικονομία διότι οδηγεί είτε σε αποθεματοποίηση κερδών είτε σε μεταφορά επενδύσεων σε άλλες χώρες με ευνοϊκότερους φορολογικούς συντελεστές.
Αντιστοίχως, ακούγεται συχνά ότι οι μόνιμες αυξήσεις δύνανται να χρηματοδοτηθούν από υψηλότερη έκτακτη φορολόγηση των επιχειρήσεων.
Και εδώ, όμως, δεν λέγεται ολόκληρη η αλήθεια.
Διότι το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο δεν επιτρέπει τη χρηματοδότηση νέων μόνιμων δαπανών μέσω έκτακτων και προσωρινών μέτρων. Οι μόνιμες δαπάνες απαιτούν μόνιμες πηγές χρηματοδότησης.
*Το 2019, με φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων 28%, τα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρήσεων ανήλθαν σε περίπου 4,4 δισ. ευρώ.
*Το 2025, με φορολογικό συντελεστή 22%, τα αντίστοιχα έσοδα ανήλθαν σε περίπου 8,2 δισ. ευρώ.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι θα μπορούσε κανείς να καλύψει το πρόσθετο κόστος των 4 δισ. ευρώ αποκλειστικά από τη φορολογία των επιχειρήσεων, θα έπρεπε να εξασφαλίσει μια αύξηση εσόδων που αντιστοιχεί σε σχεδόν 50% επιπλέον από τα σημερινά επίπεδα.
Έσοδα τα οποία φυσικά δεν πρόκειται να προκύψουν ποτέ όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία των πενιχρών εσόδων του 2019 με τον υψηλότερο συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων στο 28%.
*Όλα αυτά οδηγούν σε ένα συμπέρασμα: όποιος προτείνει πρόσθετες μόνιμες παροχές οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια σε ένα απλό ερώτημα: Ποιους φόρους θα αυξήσει ή ποιες δαπάνες θα μειώσει σε μόνιμη και όχι έκτακτη βάση ώστε να εξασφαλίσει σταθερά επιπλέον έσοδα ύψους 4 δισ. ευρώ κάθε έτος; Αλλά και τι επίπραξη θα έχει μια τέτοια αύξηση στη συνολικότερη οικονομική δραστηριότητα της χώρας, τις επενδύσεις, την απασχόληση και τελικά τα δημόσια έσοδα.
Η πραγματική οικονομία λειτουργεί με τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης και όχι με στερεότυπα και ιδεολογήματα περί δήθεν δικαιοσύνης που έχουν διαψευστεί από την ίδια την πραγματικότητα. Αν μια χώρα επιλέξει να φορολογήσει περισσότερο τις επιχειρήσεις τότε το επιχειρηματικό κεφάλαιο θα μετακινηθεί αλλού όπου θα εντοπίσει χαμηλότερους συντελεστές φορολογίας.
Η δημοκρατία απαιτεί την αντιπαράθεση των ιδεών και τις εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις της αντιπολίτευσης. Δεν δύναται, όμως, να λειτουργεί με ακοστολόγητες υποσχέσεις».
Καταληκτικά, «καμία πολιτικός και κανένα κόμμα δεν έχει δικαίωμα να εμπαίζει μια κοινωνία που έχει υποφέρει τόσο πολύ την προηγούμενη δεκαετία από λαϊκίστικα και ακοστολόγητα προγράμματα που κατέρριψαν την οικονομία και τα εισοδήματά μας στα βράχια.
Η πολιτική είναι η ευθύνη να λες την αλήθεια στους πολίτες: τι μπορεί να γίνει, πόσο κοστίζει και ποιος θα το πληρώσει.
Όποιος ζητά την εμπιστοσύνη της κοινωνίας οφείλει να παρουσιάζει όχι μόνο το “τι”, αλλά και το “πώς”. Και αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη δημοσιονομική σοβαρότητα και τον φορολογικό λαϊκισμό», καταλήγει ο υπουργός Επικρατείας.
